Αδυναμίες στην πιστοποίηση βιοκαυσίμων διαπιστώνει η ΕΕ

Αδυναμίες στο σύστημα πιστοποίησης βιώσιμων βιοκαυσίμων οι οποίες θα μπορούσαν να υπονομεύσουν τα θεμέλια για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στον τομέα των μεταφορών έως το 2020, διαπιστώνεται σε έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Όπως επισημαίνεται σε σχετική ανακοίνωση, δυνάμει της οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, τα κράτη μέλη της ΕΕ μπορούν να χρησιμοποιούν μόνο βιοκαύσιμα που έχουν πιστοποιηθεί ως βιώσιμα στην προσπάθειά τους να επιτύχουν τον στόχο για παραγωγή του 10% της τελικής ενέργειας στις μεταφορές από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έως το 2020.
Τα περισσότερα βιοκαύσιμα που διατίθενται στην αγορά της ΕΕ πιστοποιούνται από εθελοντικά συστήματα αναγνωρισμένα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ωστόσο, οι ελεγκτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα συστήματα πάσχουν από αδυναμίες, οι οποίες εντοπίζονται στη διαδικασία αναγνώρισης της Επιτροπής, καθώς και στην εκ μέρους της εποπτεία.
«Οι στόχοι για βιώσιμη ενέργεια στις μεταφορές έως το 2020 έχουν μεγάλη σημασία τόσο για το περιβάλλον της ΕΕ όσο και για το σύνολο των χρηστών των μεταφορών. Θα πρέπει λοιπόν η παρακολούθηση της επίτευξης των στόχων να βασίζεται σε άρτια στοιχεία και σε ένα αξιόπιστο σύστημα πιστοποίησης. Αυτό ακριβώς ήταν που αποτέλεσε το επίκεντρο του ελέγχου μας», δήλωσε η Bettina Jakobsen, Μέλος του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και αρμόδια για την έκθεση.
Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι η Επιτροπή δεν απαιτούσε από τα συστήματα να επαληθεύουν ότι η παραγωγή βιοκαυσίμων δεν ενέχει σημαντικούς κινδύνους, όπως κτηματικές διαφορές, καταναγκαστική/παιδική εργασία, άσχημες συνθήκες εργασίας για τους γεωργούς και κινδύνους για την υγεία και την ασφάλεια. Ομοίως, οι αξιολογήσεις των συστημάτων δεν κάλυπταν ούτε τον αντίκτυπο στη βιωσιμότητα των βιοκαυσίμων από τις έμμεσες αλλαγές στη χρήση της γης (όταν καλλιεργείται περισσότερη γη για τρόφιμα ως αντιστάθμισμα για τις καλλιέργειες που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων).
Επίσης, οι ελεγκτές παραδέχονται τις τεχνικές δυσκολίες που ενέχει η αξιολόγηση του αντίκτυπου των έμμεσων αλλαγών στη χρήση της γης, όπως επίσης και το ότι, χωρίς τις πληροφορίες αυτές, η επάρκεια του συστήματος πιστοποίησης υπονομεύεται. Η Επιτροπή έλαβε αποφάσεις αναγνώρισης συστημάτων που δεν διέθεταν διαδικασίες επαλήθευσης ώστε να εξασφαλίζεται ότι η πηγή των βιοκαυσίμων που παράγονται από απόβλητα ήταν όντως απόβλητα ή ότι οι 2 πρώτες ύλες συμμορφώνονταν με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις, δηλώνουν οι ελεγκτές.
Ορισμένα συστήματα δεν ήταν επαρκώς διαφανή ή τελούσαν υπό ολιγομελή διοίκηση, αυξάνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων και δυσχεραίνοντας την αποτελεσματική επικοινωνία με άλλα ενδιαφερόμενα μέρη.
Η Επιτροπή δεν εποπτεύει τη λειτουργία των αναγνωρισμένων εθελοντικών συστημάτων και δεν μπορεί, επομένως, να αποκομίσει βεβαιότητα ότι τα εθελοντικά συστήματα εφαρμόζουν όντως τα πρότυπα πιστοποίησης που είχαν παρουσιάσει κατά τη διαδικασία αναγνώρισης ούτε και να εντοπίζει πιθανές παραβιάσεις των κανόνων. Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να διασφαλίζουν την αξιοπιστία των στατιστικών στοιχείων που συλλέγουν σχετικά με τα βιώσιμα βιοκαύσιμα, τα οποία συνυπολογίζονται για τη μέτρηση της προόδου προς τον στόχο του δέκα τοις εκατό για ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές στις μεταφορές.
Εντούτοις, οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι αυτά τα στατιστικά στοιχεία ενδέχεται να υπερεκτιμούνται, επειδή τα κράτη μέλη μπορούσαν να αναφέρουν ως βιώσιμα, βιοκαύσιμα των οποίων η βιωσιμότητα δεν είχε επαληθευθεί. Υπήρχαν επίσης προβλήματα με τη συγκρισιμότητα των στοιχείων. Στις συστάσεις τους, οι ελεγκτές καλούν την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι τα συστήματα πιστοποίησης:
- αξιολογούν σε ποιον βαθμό η παραγωγή πιστοποιημένων βιοκαυσίμων ενέχει σημαντικό κίνδυνο αρνητικών κοινωνικο-οικονομικών επιπτώσεων και έμμεσων αλλαγών στη χρήση της γης,
- επαληθεύουν αποτελεσματικά ότι οι παραγωγοί πρώτων υλών για βιοκαύσιμα συμμορφώνονται με τις περιβαλλοντικές απαιτήσεις για τη γεωργία,
- παρέχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την προέλευση των αποβλήτων και των καταλοίπων που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή βιοκαυσίμων.
Συνιστούν, συγκεκριμένα, στην Επιτροπή τα εξής:
- να αξιολογεί αν η διακυβέρνηση των συστημάτων μειώνει τον κίνδυνο σύγκρουσης συμφερόντων και είναι επαρκώς διαφανής,
- να ελέγχει αν οι λειτουργίες πιστοποίησης των συστημάτων συμμορφώνονται με τα πρότυπα που είχαν υποβληθεί κατά τη διαδικασία αναγνώρισης, καθώς και ότι τα συστήματα έχουν θεσπίσει διαφανή συστήματα καταγγελιών,
- να ζητεί από τα κράτη μέλη να τεκμηριώνουν τα στατιστικά στοιχεία που υποβάλλουν σχετικά με τα βιοκαύσιμα με αποδεικτικά στοιχεία και να εναρμονίσουν τον ορισμό των αποβλήτων.
Σημειώνεται ότι τα βιοκαύσιμα ορίζονται στην οικεία νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως «υγρά ή αέρια καύσιμα κίνησης τα οποία παράγονται από βιομάζα», π.χ. από βιοαποδομήσιμα γεωργικά, δασικά και αλιευτικά προϊόντα, απόβλητα ή κατάλοιπα ή από βιοαποδομήσιμα βιομηχανικά απόβλητα και οικιακά απορρίμματα. Η οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος της ΕΕ οφείλει να διασφαλίσει ότι, έως το 2020, το μερίδιο ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που θα χρησιμοποιείται σε όλα τα είδη μεταφορών θα αντιστοιχεί τουλάχιστον στο 10% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας.
Στην πράξη, δεδομένου του τρέχοντος σταδίου τεχνικής ανάπτυξης και των δυνατοτήτων χρήσης εναλλακτικών μορφών ενέργειας στις μεταφορές, ο στόχος του 10% μπορεί να επιτευχθεί μόνο με σημαντικ χρήση των βιοκαυσίμων.
Τα βιοκαύσιμα εκπέμπουν λιγότερα αέρια του θερμοκηπίου, ιδίως διοξείδιο του άνθρακα, από τα ορυκτά καύσιμα, επειδή η ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που εκλύεται κατά την καύση του βιοκαυσίμου δεσμεύεται κατά την ανάπτυξη της πρώτης ύλης (τα αρχικά υλικά, ήτοι τα φυτά, απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα καθώς αναπτύσσονται). Εντούτοις, η εξίσωση αυτή λειτουργεί μόνο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν πρόσθετες εκπομπές εξαιτίας της αλλαγής χρήσης της γης. Σε περίπτωση αλλαγής της χρήσης της, η εκχέρσωση και καλλιέργεια νέων εκτάσεων με εδώδιμα φυτά προκαλούν επιπλέον εκπομπές. Ανταγωνισμός με την παραγωγή τροφίμων δεν υφίσταται όταν τα βιοκαύσιμα παράγονται από απόβλητα, κατάλοιπα ή άλλη μη βρώσιμη βιομάζα.
Οι ελεγκτές πραγματοποίησαν επισκέψεις στα τέσσερα κράτη μέλη που παράγουν ή/και καταναλώνουν τον μεγαλύτερο όγκο βιοκαυσίμων, ήτοι τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Πολωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.