Ανεπαρκές το περιβαλλοντικό δίκαιο στην Ευρώπη

του Θοδωρή Καραουλάνη

Οι περισσότεροι στην Ελλάδα πιστεύουν (και εν μέρει έχουν δίκιο…) ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πολύ «προχωρημένη» σε θέματα προστασίας περιβάλλοντος και ότι ουσιαστικά η χώρα μας δεν θα είχε κάνει προόδους σε αυτό το θέμα χωρίς τις κοινοτικές οδηγίες και την επιβολή ποινών από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτό μπορεί να ισχύει για τη χώρα μας αλλά η ίδια η Ευρώπη πλέον παραδέχεται και πιστοποιείται επισήμως ότι είναι «πίσω» σε θέματα δικαστικής προστασίας του περιβάλλοντος!

Χθες το βράδυ, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – δηλαδή οι εκπρόσωποι των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - ανακοίνωσε ότι αποδέχεται την «κατηγορία» της αρμόδιας Επιτροπής της Σύμβασης του Άαρχους ότι η δικαστική προστασία στα θέματα περιβάλλοντος είναι πλημμελής. Όμως το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο αποφάσισε παράλληλα την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από το Συμβούλιο και την Επιτροπή.

Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Η απόφαση αυτή του Συμβουλίου έρχεται μετά από τη μακρόχρονη συζήτηση μιας υπόθεσης από τα αρμόδια όργανα της Σύμβασης του Ααρχαους. Συγκεκριμένα η περιβαλλοντική Οργάνωση «Client Earth» κατήγγειλε το 2008 ότι η Ευρώπη συνολικά, ως οντότητα, δεν τηρεί τις προβλέψεις της σύμβασης του Άαρχους. Με την χθεσινή απόφαση το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο παραδέχεται ότι τα πορίσματα της πολύχρονης συζήτησης της σχετικής Επιτροπής της Σύμβασης (που βγήκαν φέτος τον Μάρτιο, μετά από εννέα χρόνια συζητήσεων) έχουν βάση, τουλάχιστον όσον αφορά το θέμα της δικαστικής προστασίας. Η Σύμβαση προβλέπει ότι τα μέρη που το υπογράφουν θα έπρεπε να εξετάσουν την υπόθεση και να «τιμωρήσουν» την ΕΕ, ζητώντας άμεσες θεσμικές αλλαγές, στην επόμενη γενική συνέλευση που είναι προγραμματισμένη για το φθινόπωρο. Με τη χθεσινή ανακοίνωση του Συμβουλίου, η Ευρωπαϊκή Ένωση παραδέχεται ότι δεν παρέχει επαρκή δικαστική προστασία και πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα και υπόσχεται αλλαγές. Ωστόσο απορρίπτει τον συλλογισμό της Επιτροπής της Σύμβασης του Άαρχους και δηλώνει ξεκάθαρα ότι δεν μπορεί να επέμβει και να καθορίσει τον τρόπο λειτουργίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ούτε να λάβει μέτρα ώστε περισσότεροι πολίτες να έχουν πρόσβαση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Έτσι, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο προσπαθεί να ακροβατήσει: κάνει έναν χειρισμό ώστε από την μία πλευρά να μη θίξει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης (με βάση τις ευρωπαϊκές συνθήκες) και από την άλλη να μην καταψηφίσει τα πορίσματα της επιτροπής της Σύμβασης του Άαρχους. Προτείνει λοιπόν έναν λεκτικό συμβιβασμό, που διατηρεί την ανεξαρτησία της ευρωπαϊκής δικαιοσύνης αλλά εν τέλει παραδέχεται ότι υφίσταται πρόβλημα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα.

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η εισήγηση της Κομισιόν προς το Συμβούλιο ήταν διαφορετική. Αρχικά η πρόταση ήταν η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη συλλογικά να καταψηφίσουν την απόφαση για «τιμωρία» της ΕΕ. Αυτό όμως πρακτικά θα σήμαινε ότι η ΕΕ «ακυρώνει» την ίδια τη σύμβαση του Άαρχους, που – αν και δεν αποτελεί κοινοτική νομοθεσία – είναι πολύ ψηλά στα διεθνή δεσμευτικά κείμενα για το περιβάλλον.

Ας εξηγήσουμε γιατί…

Όπως είχε παρουσιάσει αναλυτικά η Greenagenda, η σύμβαση του Άαρχους είναι η διεθνής σύμβαση για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα  της Οικονομικής Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για την Ευρώπη (UNECE) η οποία υπεγράφη στο Αarhus της Δανίας στις 25 Ιουνίου 1998  κυρώθηκε από τη χώρα μας, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, με το νόμο 3422/12.12.2005 (ΦΕΚ Α΄ 303/13.12.2005).

Το πλήρες όνομα της σύμβασης είναι «Convention on Access to Information, Public Participation in Decision- Making and Access to Justice in Environmental Matters», αλλά για λόγους ευκολίας επικράτησε η ονομασία «Σύμβαση του Άαρχους». Η Σύμβαση τέθηκε επισήμως σε ισχύ στις 30 Οκτωβρίου 2001 και έχει 47 συμβαλλόμενα μέρη μεταξύ των οποίων και η χώρα μας αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά, επίσης από το 2005, με την Απόφαση 2005/370/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Φεβ. 2005.

Είναι γνωστό σε όσους ασχολούνται με τα θέματα περιβάλλοντος, ότι η εφαρμογή της σύμβασης στη χώρα μας ήταν για χρόνια προβληματική. Πολλές δημόσιες υπηρεσίες καθυστέρησαν πολύ να «εναρμονισθούν» με τις προβλέψεις, ενώ οι πολίτες και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών που θέλησαν να τη χρησιμοποιήσουν ταλαιπωρήθηκαν αρκετά. Ωστόσο αυτό έχει πλέον αλλάξει, χωρίς βέβαια η πληροφόρηση αυτή να υπάρχει στα επίπεδα που σήμερα προσφέρει η τεχνολογία. Άλλωστε την εποχή των ανοιχτών δεδομένων, η περιορισμένη πρόσβαση στην περιβαλλοντική πληροφορία μόνο ως αναχρονισμός μπορεί να χαρακτηριστεί. Αυτό που σίγουρα πέτυχε στη χώρα μας η εφαρμογή της συνθήκης ήταν το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστική προστασία για θέματα περιβάλλοντος, με ελαστικότερα κριτήρια για το «έννομο συμφέρον» του προσφεύγοντος, ανοίγοντας το δρόμο σε πολλές ΜΚΟ να απευθύνονται στα δικαστήρια για να προσβάλλουν νόμους, υπουργικές αποφάσεις και ενέργειες της δημόσιας διοίκησης.

Η Σύμβαση θεωρείται ένα από τα πιο αναλυτικά και νομοτεχνικά επεξεργασμένα διεθνή κείμενα που ρυθμίζουν το συγκεκριμένο αντικείμενο. Περιλαμβάνει 22 άρθρα και δύο Παραρτήματα και αποτελείται από τρεις πυλώνες  έκαστος των οποίων περιλαμβάνει διατάξεις που εκχωρούν διαφορετικά δικαιώματα.

Ο πρώτος πυλώνας αναφέρεται στο δικαίωμα των πολιτών να έχουν πρόσβαση στις περιβαλλοντικές πληροφορίες και μπορεί να χωριστεί σε 2 μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά το δικαίωμα του κοινού να ζητεί πληροφορίες από τις δημόσιες αρχές και την υποχρέωση των δημοσίων αρχών να παρέχουν τις πληροφορίες αυτές (άρθρο 4). Το δεύτερο μέρος αφορά το δικαίωμα του κοινού να λαμβάνει πληροφορίες, και την υποχρέωση των δημοσίων αρχών να συλλέγουν και να διαχέουν την πληροφόρηση χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη αίτηση εκ μέρους του κοινού και καλύπτεται από το (άρθρο 5). Στις παραπάνω υποχρεώσεις των δημοσίων αρχών προβλέπονται διάφορες εξαιρέσεις όπως λόγοι εθνικής άμυνας και δημόσιας ασφάλειας, προστασίας πνευματικής ιδιοκτησίας κ.λ.π.

Ο δεύτερος πυλώνας αναφέρεται στη συμμετοχή του κοινού στην λήψη αποφάσεων και χωρίζεται σε 3 μέρη. Το πρώτο μέρος αφορά την συμμετοχή του κοινού, που αφορά ή εστιάζεται σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα (άρθρο 6). Το δεύτερο μέρος αφορά την συμμετοχή του κοινού στην προετοιμασία περιβαλλοντικών σχεδίων, προγραμμάτων και πολιτικών (άρθρο 7). Τέλος, το τρίτο μέρος αφορά την συμμετοχή του κοινού στην προετοιμασία νόμων, κανονισμών και νομικά δεσμευτικών κανόνων (άρθρο 8).

Ο τρίτος πυλώνας αναφέρεται στην πρόσβαση στην δικαιοσύνη. Ουσιαστικά θέτει σε ισχύ τους δύο προηγούμενους πυλώνες στις εθνικές νομοθεσίες και ενδυναμώνει την εφαρμογή της εθνικής περιβαλλοντικής νομοθεσίας (άρθρο 9).

Αυτός ο τρίτος πυλώνας είναι που θίγεται από την υπόθεση που συζητείται επί εννέα χρόνια.

Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα 27 κράτη μέλη ψηφίσουν όλοι μαζί ότι η Ευρώπη κινείται «άριστα» στα περιβαλλοντικά θέματα, τα υπόλοιπα 19 μέλη δεν μπορούν να επιβάλλουν διαφορετική άποψη. Αυτό θα σήμαινε ότι η Ευρώπη και τα κράτη μέλη εξαιρούν τον εαυτό τους από μια συμφωνία προστασίας του περιβάλλοντος, την οποία θα πρέπει να ακολουθούν οι άλλες χώρες, μη μέλη της Συνθήκης (κυρίως χώρες της πρώην ΕΣΣΔ). Κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό για την ύπαρξη της ίδιας της Συνθήκης και επιπλέον την παρούσα στιγμή, που συζητείται έντονα το θέμα της Συνθήκης των Παρισίων για την Κλιματική Αλλαγή, θα έδινε το ακριβώς αντίθετο μήνυμα από αυτό που επιθυμεί η ΕΕ συλλογικά στα θέματα περιβάλλοντος.

Μπορεί όλο αυτό να ακούγεται ως μια μακρινή και νομική διαμάχη για θεσμικά θέματα της ΕΕ, αλλά αποτελεί ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Τυχόν αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο διευρύνει ή περιορίζει το δικαίωμα των πολιτών και των ΜΚΟ να προσφύγουν στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα – από το μπάζωμα ενός ρέματος μέχρι την έγκριση κάποιας επένδυσης. Και το εύρος των θεμάτων που μπορούν να θίξουν στις δικαστικές προσφυγές. Και το αρμόδιο δικαστήριο.

Και αυτό γιατί στην πραγματικότητα η χώρα μας ό,τι έχει επιτύχει στα θέματα πρόσβασης στη δικαιοσύνη για θέματα περιβάλλοντος οφείλονται ακριβώς στη νομοθεσία που πηγάζει από τις κοινοτικές οδηγίες και τη σύμβαση του Άαρχους. Χωρίς αυτές, κανένας πολίτης δεν θα μπορούσε να αποδείξει «έννομο συμφέρον» σχεδόν σε καμία υπόθεση περιβαλλοντικού ενδιαφέροντος…

Όσοι ενδιαφέρονται περισσότερο, μπορούν να ανατρέξουν στην απόφαση του Συμβουλίου, στην πρόταση της Κομισιόν προς το Συμβούλιο, στη σύσταση της επιτροπής προς τα συμβαλλόμενα μέρη της συνθήκης του Άαρχους και στην ειδική ιστοσελίδα για τη συγκεκριμένη υπόθεση της Οικονομικής Επιτροπής για την Ευρώπη του ΟΗΕ (UNECE).

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.