Από αγωγό καυσίμων του στρατού η ρύπανση σε δεξαμενή της ΕΥΑΘ

Από αγωγό καυσίµων του Ελληνικού Στρατού στην περιοχή του νομού Κοζάνης, που διέρχεται από τον πυθμένα της λίµνης Πολυφύτου, η οποία αποτελεί τµήµα του ρου του ποταμού Αλιάκμονα, από τα νερά του οποίου υδροδοτείται η Θεσσαλονίκη, εκτιµάται ότι προήλθε η ρύπανση του περασμένου Ιανουαρίου, όταν εντοπίστηκαν πετρελαιοειδή στην επιφάνεια της δεξαμενής του εργοστασίου επεξεργασίας του νερού της ΕΥΑΘ στη Σίνδο.

Σύµφωνα µε δημοσίευμα του «Εθνους», στη δικογραφία που διαβιβάστηκε από την Εισαγγελία Πρωτοδικών, που διεξήγαγε σχετική έρευνα στο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, αναφέρεται ως «πιθανή η ρύπανση από αγωγό του Ελληνικού Στρατού, που διέρχεται από τον βυθό της τεχνητής λίµνης Πολυφύτου». Η υπόθεση χρεώθηκε σε στρατιωτικό αντεισαγγελέα και βρίσκεται στο στάδιο της ποινικής αξιολόγησης και το πιο πιθανό είναι να πραγματοποιηθεί συμπληρωματική έρευνα.

Η πηγή της διαρροής των πετρελαιοειδών που αναστάτωσε τους υπευθύνους της ΕΥΑΘ και τους κατοίκους της Θεσσαλονίκης παρέμενε μέχρι σήμερα ένα μυστήριο. Αρχικά είχε αποδοθεί στη ∆ΕΗ, αλλά διαψεύστηκε από τη διοίκηση της εταιρείας. Με παρέμβαση του αναπληρωτή υπουργού Περιβάλλοντος, Σωκράτη Φάμελλου, συγκροτήθηκε μάλιστα κοινή ομάδα, µε τη συμμετοχή επιθεωρητών Περιβάλλοντος, στελεχών της ∆ΕΗ και της ΕΥΑΘ, για την ποιοτική παρακολούθηση των ταμιευτήρων του Αλιάκμονα και της ενωτικής διώρυγας, ενώ προβλέπονται και διαχειριστικά μέτρα για αντιμετώπιση τυχόν επεισοδίων ρύπανσης.

Η ρύπανση διαπιστώθηκε στις 10 Ιανουαρίου και σήµανε συναγερμό στην ΕΥΑΘ, ενώ έγινε γνωστή στους πολίτες της Θεσσαλονίκης µέσω της δικαστικής οδού, όταν η ιδιωτική τεχνική εταιρεία που έχει αναλάβει το έργο της λειτουργίας του εργοστασίου διύλισης ενημέρωσε εγγράφως τη διοίκηση της εταιρείας αλλά και την Εισαγγελία Θεσσαλονίκης.

Στο έγγραφο ανέφερε ότι «το εισερχόμενο νερό είναι εκτός προδιαγραφών σχεδιασµού του έργου (ποιότητα εισερχομένου νερού κατ' ελάχιστο επίπεδο Α3) και δεν είναι δυνατόν να υπάρξει εγγυημένη ποιότητα του νερού εξόδου (πόσιμου)». Μέσω του Αλιάκμονα εξασφαλίζεται ένα ποσοστό κοντά στο 60% της υδροδότησης του πολεοδομικού συγκροτήματος Θεσσαλονίκης. Αλλο ένα 30% προέρχεται από τις πηγές της Αραβησσού, που φτάνουν στην πόλη µε τσιμεντένιο αγωγό, ενώ κοντά στο 10% παρέχεται από γεωτρήσεις. Σχεδόν έξι µήνες αργότερα, µόλις ολοκληρώθηκε η προκαταρκτική εξέταση, από την Εισαγγελία Πρωτοδικών η δικογραφία διαβιβάστηκε στο Στρατοδικείο Θεσσαλονίκης, λόγω αρμοδιότητας. Η υπόθεση χρεώθηκε σε στρατιωτικό αντεισαγγελέα και βρίσκεται στο στάδιο της ποινικής αξιολόγησης. Στη συνέχεια είτε θα πραγματοποιηθεί συμπληρωματική έρευνα, είτε θα ασκηθεί ποινική δίωξη, είτε θα αρχειοθετηθεί η δικογραφία, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας που είναι κοινός και για τη στρατιωτική Δικαιοσύνη.

Η έρευνα που διενήργησαν αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Περιβάλλοντος της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης (δείτε εδώ) φαίνεται ότι προχώρησε αρκετά έτσι ώστε να προκύψει ένα ασφαλές συμπέρασμα. «Πιθανή ρύπανση από αγωγό του Ελληνικού Στρατού που διέρχεται από τον βυθό της τεχνητής λίµνης Πολυφύτου» αναφέρεται στο διαβιβαστικό της αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Σοφίας Κογκαλίδου, αρμόδιας για θέµατα περιβάλλοντος, η οποία παρήγγειλε τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης. Ο προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης Λάμπρος Τσόγκας είχε ζητήσει να διακριβωθεί αν στοιχειοθετούνται τα αδικήματα της «δηλητηρίασης πηγών και τροφίμων», της «έκθεσης», της «ρύπανσης περιβάλλοντος» και οποιασδήποτε άλλης αυτεπάγγελτα διωκόμενης πράξης.

Στο πλαίσιο της έρευνας πραγματοποιήθηκαν αυτοψίες και δειγματοληψίες, ελήφθησαν σχετικές φωτογραφίες από τα σημεία των αυτοψιών, αλλά και δείγματα στα οποία έγιναν χημικές εξετάσεις, ενώ οι προανακριτικοί υπάλληλοι της Υποδιεύθυνσης Περιβάλλοντος της Ασφάλειας Θεσσαλονίκης ελήφθησαν καταθέσεις από τους αρμόδιους υπαλλήλους της ΕΥΑΘ ΑΕ, τους αρμόδιους αντιδημάρχους δήμων.

Στην ανοιχτή ενωτική διώρυγα, µήκους 50 χιλιομέτρων, που φέρνει νερό του Αλιάκμονα στην πόλη, από τη θέση Βαρβάρες ως τις εγκαταστάσεις διύλισης της Σίνδου, δεν υπάρχει κανένα σύστημα εντοπισµού οποιασδήποτε ρύπανσης. Ετσι, αυτή διαπιστώθηκε µόνο όταν εμφανίστηκαν κηλίδες πετρελαιοειδών να επιπλέουν στην επιφάνεια της ανοιχτής δεξαμενής, χωρητικότητας 75.000 κ.µ. στην είσοδο του διυλιστηρίου.

Οι κηλίδες ανέβαιναν στην επιφάνεια του νερού στη Δεξαμενή Δ2 υπό µορφή σταγόνων ή σβώλων και στη συνέχεια διαλύονταν και εξαπλώνονταν στην επιφάνεια, ενώ είχαν περάσει στις δεξαμενές καθίζησης και σε μικρό βαθμό στην επιφάνεια των κλινών άµµου. Για την αντιμετώπιση του επεισοδίου ρύπανσης η ΕΥΑΘ αναγκάστηκε να προχωρήσει τότε σε µείωση της παροχής νερού από τον Αλιάκμονα στο διυλιστήριο από 6.000 σε 4.000 κ.µ. την ώρα και σε παράλληλη αύξηση της παροχής από τις πηγές της Αραβησσού. Αύξησε τα φίλτρα άνθρακα που χρησιμοποιούνται για την επεξεργασία του νερού στο διυλιστήριο, ενώ εντατικοποίησε τις δειγματοληψίες και τις αναλύσεις ποιότητας νερού στην έξοδο από την εγκατάσταση επεξεργασίας, πριν αυτό φτάσει στις βρύσες των καταναλωτών. Παράλληλα, τοποθετήθηκαν από εξειδικευμένη εταιρεία πλωτά φράγµατα κατά µήκος της ενωτικής διώρυγας, προκειμένου να συγκρατήσουν µέρος της ρύπανσης από τους υδρογονάνθρακες, ενώ ξεκίνησαν οι έρευνες για τον εντοπισµό της πηγής ρύπανσης, κατά µήκος του ποταμού και των διαδοχικών ιαμιευτήρων του. Στην τελευταία ενημέρωσή του για το θέµα, τον περασμένο Απρίλιο, ο επικεφαλής της ΕΥΑΘ, Γιάννης Κρεστενίτης, είχε αναφέρει πως το φαινόμενο είχε υποχωρήσει «σε µη ανιχνεύσιμα επίπεδα».

Πηγή: Εφημερίδα «Έθνος»

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.