Βιοκαύσιμα: Υπέρ ή κατά;

του Δημήτρη Διαμαντίδη

Προβληματισμό και νέα ερωτήματα εγείρει η δημοσιοποίηση πριν από λίγες ημέρες και μετά από τρία χρόνια υλοποίησης της Globiom Study, μίας μακροσκελούς έρευνας με επίκεντρο τα βιοκαύσιμα, που ανέθεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2013.

Η έρευνα θα επιχειρούσε να αποτυπώσει εάν τα βιοκαύσιμα είναι ή δεν είναι «ένοχα» για τη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων, που προορίζονταν για προϊόντα διατροφής και επακόλουθα για αυξήσεις τιμών σε τρόφιμα. Παράλληλα, θα διερευνούσε το εάν η ανοδική πορεία στην παραγωγή βιοκαυσίμων και οι αλλαγές στις χρήσεις γης, εξαιτίας αυτής της πορείας, οδήγησαν σε μεγαλύτερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.

Τα αποτελέσματα της έρευνας, την οποία εκπόνησαν ξένοι ιδιωτικοί φορείς, είναι εξόχως αποκαλυπτικά:

  • Η αυξημένη ζήτηση για αιθανόλη από ζάχαρη και άμυλο καλλιεργειών και η χρήση βιομάζας κυτταρίνης μπορούν να καλυφθούν με χαμηλές επιπτώσεις στην αλλαγή της χρήσης γης και επακόλουθες μειωμένες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
  • Η ζήτηση για ζάχαρη και άμυλο καλλιεργειών για την παραγωγή αιθανόλης δεν έχουν ιδιαίτερο αντίκτυπο στις τιμές των τροφίμων.
  • Οι συμβατικές πρώτες ύλες για την παραγωγή αιθανόλης, όπως οι καλλιέργειες αμύλου και ζάχαρης, προκαλούν μικρές μεταβολές στις χρήσεις γης.
  • Οι επιπτώσεις στις χρήσεις γης και στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου μπορούν να είναι πολύ χαμηλότερες, εάν αξιοποιηθούν για την παραγωγή βιοκαυσίμων εγκαταλελειμμένες εκτάσεις στην ΕΕ.

Η μελέτη επί της ουσίας δεικνύει πως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε μία ενιαία και ισοπεδωτική πολιτική απέναντι στα βιοκαύσιμα, αγνοώντας το γεγονός πως όλες οι καλλιέργειες δεν έχουν τις ίδιες επιπτώσεις. Έτσι, εφάρμοσε μία πολιτική «one size fits all», η οποία δεν συνάδει με την πραγματικότητα, αποθαρρύνοντας την καλλιέργεια προϊόντων, τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν στην άμβλυνση της κλιματικής αλλαγής, ενώ την ίδια στιγμή υποστήριζε βιοκαύσιμα τα οποία είναι επιβλαβή.

Γιατί συνέβη αυτό;

Οι απόψεις διίστανται. Το σίγουρο είναι ότι η Κομισιόν ενώ αρχικά και από το 2009 υποστήριξε την παραγωγή των βιοκαυσίμων στο πλαίσιο της χρήσης τους στις μεταφορές στην ΕΕ, ξαφνικά το 2012 «ανέκρουσε πρύμναν» υπό το πρίσμα πως συρρικνώνονται οι καλλιεργούμενες εκτάσεις για προϊόντα διατροφής και αυξάνονται οι τιμές των τροφίμων, εξαιτίας των βιοκαυσίμων.

Ποιος έχασε από αυτή τη στροφή;

Και σε αυτό το σημείο υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις, που μπορεί και να υπαγορεύονται από το πώς ο καθένας εξετάζει το ζήτημα.

Το σίγουρο είναι πως η αποθάρρυνση σε κοινοτικό επίπεδο της προώθησης των καλλιεργειών για την παραγωγή βιοκαυσίμων έπληξε σε μεγάλο βαθμό κράτη της ανατολικής Ευρώπης με μεγάλες ανεκμετάλλευτες εκτάσεις, που θα μπορούσαν να στηρίξουν την ανάπτυξη ανάλογων βιομηχανικών υποδομών.

Ποιος ωφελήθηκε από αυτό; Και πάλι το σίγουρο είναι πως η μη επαρκής προώθηση των βιοκαυσίμων κρατά περισσότερο εξαρτημένη την ΕΕ από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Η καθυστέρηση στην δημοσιοποίηση της παραπάνω έρευνας, για την οποία δέχεται κριτική η Κομισιόν, ίσως δίνει μία απάντηση σε κάποια από τα παραπάνω ερωτήματα.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.