Βουλή: Κυρώθηκαν οι τροποποιήσεις στις πράσινες συμβάσεις Espoo και Κιγκάλι

«Είναι μια θετική στιγμή για το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Προχωρούμε στην κύρωση δύο σημαντικών τροποποιήσεων διεθνών συμβάσεων για το περιβάλλον. Η μία αφορά στα ζητήματα των διασυνοριακών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και η άλλη αφορά τυπικά στα θέματα του όζοντος, αλλά ουσιαστικά στην κλιματική αλλαγή», ανέφερε ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σωκράτης Φάμελλος, ξεκινώντας την ομιλία του σήμερα στην Ολομέλεια της Βουλής, κατά τη διάρκεια της συζήτησης για την κύρωση των τροποποιήσεων της σύμβασης Espoo και της τροποποίησης του Κιγκάλι στο πρωτόκολλο του Μόντρεαλ, οι οποίες υπερψηφίστηκαν με ευρεία πλειοψηφία από την Ολομέλεια της Βουλής.

«Τα παγκόσμια θέματα του περιβάλλοντος είναι ιδιαιτέρως κρίσιμα», σύμφωνα με τον κ. Φάμελλο, και «συνδέονται αναπόσπαστα και με την επιβίωση του πλανήτη και των πολιτών, αλλά και με τα θέματα ανάπτυξης και οικονομίας. Οι στόχοι βιώσιμης ανάπτυξης του ΟΗΕ, αλλά και η Συμφωνία των Παρισίων αποτελούν σε παγκόσμιο επίπεδο σημαντικά προοδευτικά πολιτικά κείμενα, ενώ ταυτόχρονα είναι και προς το συμφέρον της Ελλάδας. Και σε επίπεδο περιβαλλοντικής διπλωματίας, αλλά και στην άσκηση της ελληνικής περιβαλλοντικής πολιτικής σαφέστατα θέλουμε να ανήκουμε σ' αυτές τις παγκόσμιες συμμαχίες».

O κ. Φάμελλος τόνισε ότι η βιώσιμη ανάπτυξη αφορά στην εργασία, στην πρόσβαση στην υγεία, στην πρόνοια και στην παιδεία, στην εξάλειψη της φτώχειας κ.λπ. Οι στόχοι της βιώσιμης ανάπτυξης για το 2030 «δημιουργούν ένα νέο πολιτικό επίπεδο συνεργασιών, στην Ευρώπη και παγκόσμια,και αποτελούν την κατάλληλη απάντηση στις λανθασμένες και περιορισμένης πολιτικής οπτικής μνημονιακές πολιτικές, οι οποίες ασχολούνταν μόνο με τους αριθμούς, αλλά ταυτόχρονα μεγάλωναν το χάσμα όσον αφορά τη φτώχεια, την εργασία, το δικαίωμα στην υγεία ή στην παιδεία. Από την άλλη μεριά, υπάρχει από το σύνολο της επιστημονικής, αλλά και της παγκόσμιας πολιτικής κοινότητας μια συμφωνία για το θέμα της κλιματικής αλλαγής. Θεωρώ απολύτως αντιεπιστημονικό και ουσιαστικά απάνθρωπο να ακούγεται εντός της ελληνικής Βουλής ότι δεν υπάρχει επιστημονική τεκμηρίωση και συμφωνία για την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις της».

Στη συνέχεια ο αναπληρωτής υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπογράμμισε ότι η επιστημονική γνώση, αλλά και οι παγκόσμιες περιβαλλοντικές συμφωνίες δεν πρέπει να λειτουργούν μόνο προς όφελος των οικονομικών ομίλων, αλλά αντίθετα και προς όφελος των κοινωνιών, των κρατών και της χώρας μας. «Οι εργαζόμενοι και όλοι οι πολίτες της χώρας μας, αλλά και των γειτονικών χωρών έχουν μόνο να κερδίσουν από διακρατικές συμφωνίες που δίνουν τη δυνατότητα ελέγχου των διασυνοριακών περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Μας δίνεται η δυνατότητα συνδιαμόρφωσης των περιβαλλοντικών όρων για τη λειτουργία των επιχειρήσεων», είπε.

«Η τροποποίηση της Σύμβασης του Espoo, που δίνει τη δυνατότητα στην κοινωνία των πολιτών να συμμετέχει σε αυτήν τη διαβούλευση, και όχι μόνο στα κράτη, είναι ένα ακόμη πιο προοδευτικό βήμα και επίτευγμα της παγκόσμιας πολιτικής κοινότητας και γι' αυτό το υποστηρίζουμε και σε πολιτικό επίπεδο. Δίνει τη δυνατότητα και τα κράτη να συμμετέχουν σε μια παγκόσμια συζήτηση, διασυνοριακή, για τις επιπτώσεις των περιβαλλοντικών και οικονομικών δραστηριοτήτων, αλλά και η κοινωνία των πολιτών να έχει έναν ενισχυμένο ρόλο. Ως Κυβέρνηση επικροτούμε αυτήν την επιλογή της κοινωνίας των πολιτών να έχει αυτόν τον ισχυρό ρόλο, διότι δίνεται η δυνατότητα και σε ανεξάρτητες, αυτόνομες κινηματικές φωνές να διατυπώνουν λόγο και να συμμετέχουν στο κοινωνικό γίγνεσθαι», τόνισε.

Η Σύμβαση του Espoo για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΕΠΕ) σε διασυνοριακά πλαίσια στοχεύει στην εφαρμογή των κανόνων και διαδικασιών της ΕΠΕ και σε εκείνες τις περιπτώσεις, όπου έργα ή δραστηριότητες σε μία χώρα μέρος της Σύμβασης ενδέχεται να επιφέρουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον ενός άλλου (συνήθως, αλλά όχι αναγκαστικά, γειτονικού) κράτους μέρους.

Σημείωσε ότι ο περιορισμός της δυνατότητας πρόσβασης των κοινωνικών ομάδων στην πληροφορία, στη διατύπωση γνώμης, στην πολιτική και περιβαλλοντική ενασχόληση περιορίζει τη Δημοκρατία. Αντίθετα, σχολίασε, «επιδίωξη της κυβέρνησης είναι η εμβάθυνση της Δημοκρατίας, η συνεργασία των λαών και παράλληλα η πρόοδος, προφανώς με περιβαλλοντική ισορροπία και με βιώσιμη ανάπτυξη».

Επίσης, συνέχισε ο αναπληρωτής υπουργός ΠΕΝ, «σε πολιτικό επίπεδο είναι σημαντικό το ότι η χώρα μας προχωρεί στην κύρωση σε επίπεδο Κοινοβουλίου, διότι δηλώνει στους γείτονές της ότι και οι υπόλοιπες χώρες της περιοχής πρέπει να προχωρήσουν στην κύρωση της σύμβασης, κάτι που, παραδείγματος χάριν, δεν έχει κάνει η Τουρκία. Σε αυτή την "οικογένεια" του ελέγχου, της συνεννόησης, της βιώσιμης ανάπτυξης εμείς θέλουμε να είναι όλοι οι γείτονές μας. Μοιραζόμαστε την ίδια θάλασσα, μοιραζόμαστε την ίδια ατμόσφαιρα, μοιραζόμαστε την ίδια ζωή», σημείωσε με έμφαση ο κ. Φάμελλος.

Όσον αφορά στην τροποποίηση της συμφωνίας του Κιγκάλι, ο αναπληρωτής υπουργός υπογράμμισε τη σημασία της στην παγκόσμια μάχη για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και την κλιματική αλλαγή. «Η Ελλάδα ανήκει στις χώρες που έχουν τις μεγαλύτερες υποχρεώσεις για τη μείωση των επικίνδυνων αερίων, οι οποίοι έχουν ισχυρές αρνητικές επιπτώσεις στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Για τον λόγο αυτό η πρόκληση σε ό,τι αφορά τις οικονομικές και παραγωγικές υποχρεώσεις της χώρας είναι μεγάλη. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία προετοιμάζει τις κατάλληλες αλλαγές και εργαλεία για την αρτιότερη εφαρμογή τόσο του διεθνούς όσο και του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου», είπε.

Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ανέφερε ότι πρέπει να απασχολήσει τη δημόσια συζήτηση, στο πλαίσιο της παραγωγικής ανασυγκρότησης, τι επαγγέλματα, τι δραστηριότητες, τι επιχειρήσεις μπορούν να αναπτυχθούν στην Ελλάδα, ώστε να υπάρχουν επενδύσεις στην «πράσινη ανάπτυξη», σε μία οικονομία που θα προλαμβάνει τις εκπομπές, θα προλαμβάνει τους ρύπους, θα προλαμβάνει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις. «Αυτό δίνει δύο σημαντικά χαρακτηριστικά προόδου: Πρώτον, θα αυξήσει την εργασία με βιώσιμα χαρακτηριστικά, άρα θα έχουμε μακροπρόθεσμη εργασία με μακροπρόθεσμο προϊόν, κάτι που είναι προοδευτικό για την Ελλάδα. Η έξοδος από τα μνημόνια σημαίνει μακροπρόθεσμη, βιώσιμη εργασία για όλους. Δεύτερον, θα εξασφαλίσει ποιότητα ζωής και πρόσβαση στα βασικά αγαθά της υγείας και της προόδου, επίσης για όλους τους πολίτες. Αυτό είναι ένα επίσης προοδευτικό αγαθό που δεν δινόταν στην προηγούμενη περίοδο και δεν εξασφαλιζόταν για όλους τους πολίτες. Από αυτή την άποψη, με μία διεσταλμένη, βέβαια, ερμηνεία, αυτές οι δύο συνθήκες μπορούν να συμβάλουν και σε αυτήν την κατεύθυνση. Πρέπει να επιταχύνουμε και να δώσουμε ένα μήνυμα ότι το περιβάλλον είναι προτεραιότητα για την Ελλάδα, είναι ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Δεν είναι μόνο υγεία, είναι ανάπτυξη και εργασία. Η Ελλάδα πρέπει να είναι και είναι πλέον πρωτοπόρα και στις περιβαλλοντικές συμφωνίες, αλλά πάνω απ' όλα στη μάχη για την κλιματική αλλαγή και τη μείωση των επιπτώσεων από το φαινόμενο του θερμοκηπίου», κατέληξε.

Το περιεχόμενο της συμφωνίας του Κιγκάλι

Βάσει της συμφωνίας, τα αναπτυγμένα κράτη, περιλαμβανομένων πολλών ευρωπαϊκών χωρών και των Ηνωμένων Πολιτειών, δεσμεύονται να μειώσουν σταδιακά τη χρήση αερίων σε σχέση με τα επίπεδα του 2011-2013, ξεκινώντας με μια μείωση της τάξης του 10% έως το 2019 και φθάνοντας στο 85% έως το 2036.

Πολλά πλούσια έθνη έχουν ήδη αρχίσει να μειώνουν τη χρήση HFC.

Μια δεύτερη ομάδα αναπτυσσομένων χωρών, μεταξύ των οποίων η Κίνα και οι αφρικανικές χώρες, δεσμεύθηκαν να αρχίσουν τη μετάβαση το 2024. Μία μείωση 10% σε σχέση με τα επίπεδα του 2020-2022 πρέπει να επιτευχθεί έως το 2029 και να φθάσει το 80% έως το 2045.

Μια τρίτη ομάδα αναπτυσσομένων χωρών, που περιλαμβάνει την Ινδία, το Πακιστάν, το Ιράν, το Ιράκ και τις χώρες του Κόλπου, δεσμεύθηκαν να αρχίσουν να παγώνουν τη χρήση αυτών των αερίων το 2028, να τη μειώσουν κατά 10% σε σχέση με την περίοδο 2024-2026 έως το 2032 και στη συνέχεια να τη μειώσουν κατά 85% έως το 2047.

Οι υδροφθοράνθρακες χρησιμοποιούνται από τη δεκαετία του 1990 σε αντικατάσταση των CFC (χλωροφθαρανθράκων) που θεωρούνται οι κύριες αιτίες για την καταστροφή της ζώνης του όζοντος. Όμως αν θεωρούνται καλοί για το όζον, έχουν αποδειχθεί καταστροφικοί για το κλίμα. Εξ ου και η ιδέα, που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2009, μιας τροποποίησης του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ για την κατάργησή τους.

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.