Δίκτυο για τις υδατοκαλλιέργειες στον Θερμαϊκό - Η εικόνα ανά περιοχή

Ένα δίκτυο, που θα διαχειρίζεται την Περιοχή Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών Θερμαϊκού Κόλπου (ΠΟΑΥ) συστήνουν η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και οι Δήμοι Δέλτα, Θερμαϊκού και Αλεξάνδρειας. Το δίκτυο θα εδρεύει στο δημοτικό κατάστημα της Σίνδου και θα έχει τίτλο «Δίκτυο ΠΟΑΥ Θερμαϊκού».

Σκοπός του δικτύου είναι η ανάπτυξη των υδατοκαλλιεργειών στον Θερμαϊκό κόλπο, η διαχείριση των αλιευμάτων και των προϊόντων της υδατοκαλλιέργειας, η ορθολογική διαχείριση και προστασία του θαλασσίου περιβάλλοντος και η ενίσχυση του ρόλου και της θέσης των απασχολούμενων στον τομέα αυτό.

«Το δίκτυο έρχεται να βάλει τάξη σε μια δραστηριότητα, που η ανάπτυξή της τα τελευταία χρόνια είναι εξαιρετικά σημαντική. Μια δραστηριότητα με έντονο εξαγωγικό χαρακτήρα, που συνεισφέρει στην τοπική και εθνική οικονομία, στην ενίσχυση της παραγωγής και στην εξασφάλιση θέσεων εργασίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι ως Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας έχουμε αναγνωρίσει εδώ και πολλά χρόνια την αξία των υδατοκαλλιεργειών και τις προοπτικές που έχουν, γι' αυτό και επιδιώκουμε με πολλές παρεμβάσεις μας να βάλουμε μια τάξη, ώστε η δραστηριότητα να ασκείται με νόμιμο τρόπο, να σέβεται το περιβάλλον και τη θαλάσσια ζωή και να αναπτύσσεται διαρκώς, με ταυτόχρονη βελτίωση της ποιότητας των αλιευμάτων και των οστράκων μας, ώστε να κατακτήσουν σταδιακά ακόμη καλύτερη θέση στις διεθνείς αγορές. Εμείς κάνουμε όλα τα αναγκαία βήματα εκσυγχρονισμού και περιμένουμε να μας ακολουθήσει και η Πολιτεία, η οποία πρέπει να ολοκληρώσει τις διαδικασίες, ώστε να ασκείται η οστρακοκαλλιέργεια και η ιχθυοκαλλιέργεια στο Θερμαϊκό με συγκεκριμένους κανόνες, σε συγκεκριμένες περιοχές και με αδειοδοτημένες μονάδες κι όχι να επικρατεί χαώδης κατάσταση, η οποία μπορεί να βελτιώθηκε με τις παρεμβάσεις μας σε σχέση με το παρελθόν, όμως πρέπει να αποκτήσει όλες τις προϋποθέσεις ώστε να πάψει να χαρακτηρίζεται από συνθήκες προχειρότητας και παρανομίας», τόνισε ο αντιπεριφερειάρχης Αγροτικής Οικονομίας, Φάνης Παπάς, κατά την εισήγηση του θέματος συμμετοχής της Περιφέρειας στο δίκτυο, στη συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου Κεντρικής Μακεδονίας.

Στη συνεδρίαση παρουσιάστηκε και η οικονομοτεχνική μελέτη βιωσιμότητας της εταιρίας, η οποία αναδεικνύει με στοιχεία την ανάπτυξη και τη σπουδαιότητα του συγκεκριμένου παραγωγικού κλάδου για την περιοχή, αλλά και για την εθνική οικονομία.

Διεθνώς

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας  η παγκόσμια ζήτηση για αλιευτικά προϊόντα βαίνει διαρκώς αυξανόμενη και εκτιμάται ότι οι ετήσιες ανάγκες σε αλιεύματα αυξάνονται με ρυθμό 3,2%, ξεπερνώντας το ρυθμό αύξησης του πληθυσμού του πλανήτη ο οποίος εκτιμάται στο 1,6%.

H κατά κεφαλήν κατανάλωση αλιευμάτων αυξήθηκε από 9,9 κιλά τη δεκαετία του 1960 σε 19,2 κιλά το 2012. Η αύξηση αυτή είναι αποτέλεσμα συνδυαστικής επίδρασης παραγόντων όπως της παγκόσμιας αύξησης του πληθυσμού και της αύξησης του κατά κεφαλήν εισοδήματος.

Ευρώπη

Στην Ευρώπη παρατηρείται επίσης το εξής οξύμωρο, η παραγωγή προϊόντων αλιείας αντιπροσωπεύει μόλις το 3,3% της συνολικής παγκόσμιας, τη στιγμή που η κατά κεφαλήν κατανάλωση αλιευμάτων είναι πάνω από τη μέση τιμή σε παγκόσμιο επίπεδο (ΕΕ: 23 κιλά/έτος, Παγκόσμια: 19 κιλά/έτος). Ως αποτέλεσμα η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας και αποτελεί τη μεγαλύτερη ενιαία αγορά για τα προϊόντα αυτά, καλύπτοντας το 40% των παγκοσμίων εισαγωγών.

Σε ό,τι αφορά αποκλειστικά στα προϊόντα υδατοκαλλιέργειας η παραγωγή στην ΕΕ κυμαίνεται στο 2% της παγκόσμιας που ισοδυναμεί με περίπου 1,3 εκατ. τόνους. Από την παραγωγή των υδατοκαλλιεργειών της ΕΕ, το 50% της παραγωγής και το 70% της αξίας προέρχεται από ψάρια, ενώ το υπόλοιπο 50% της παραγωγής και το 30% της αξίας προέρχεται από οστρακοειδή.

Ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για τον κλάδο των υδατοκαλλιεργειών είναι το γεγονός ότι η παγκόσμια παραγωγή αλιευμάτων από συλλεκτική αλιεία (91 εκ.τόνους το 2012) τα τελευταία χρόνια παραμένει στάσιμη, ενώ αντιθέτως η παραγωγή από υδατοκαλλιέργειες (66 εκ. τόνους το 2012) βαίνει διαχρονικά αυξανόμενη κατά 6% σε ετήσια βάση. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τροφίμων, εκτιμάται ότι το 2030 το έλλειμμα σε αλιευτικά προϊόντα θα είναι 29 εκατ. τόνοι. Το έλλειμμα αυτό δεν μπορεί να καλυφθεί από την αλιεία, αλλά από την αύξηση της παραγωγής της υδατοκαλλιέργειας.

Ελλάδα

Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω δεδομένα διακρίνει κανείς ότι στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον δημιουργούνται συνθήκες που συνιστούν ευκαιρίες περαιτέρω ανάπτυξης του κλάδου των υδατοκαλλιεργειών τις οποίες οι Έλληνες υδατοκαλλιεργητές δύνανται να αξιοποιήσουν.

Ο ελληνικός κλάδος υδατοκαλλιεργειών την τελευταία 30ετία εξελίχθηκε σε έναν από τους πλέον αναπτυσσόμενους τομείς της πρωτογενούς παραγωγής της χώρα με κύριο χαρακτηριστικό τον εξαγωγικό του προσανατολισμό.

Σχεδόν το 80% της συνολικής παραγωγής προωθείται σε αγορές του εξωτερικού συμβάλλοντας σημαντικά στο ισοζύγιο ιχθυηρών και στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν. Το 2013 οι εξαγωγές προϊόντων υδατοκαλλιέργειας αποτέλεσαν το 3,2% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών και το 25% των εξαγωγών ειδών τροφίμων.

Ενδεικτικό της ραγδαίας ανάπτυξης της εγχώριας θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας είναι ότι, το 1985 η συνολική παραγωγή κυμαινόταν περί τους 100 τόνους ενώ τρεις δεκαετίες αργότερα η παραγωγή είχε ξεπεράσει τους 100.000 τόνους ετησίως.

Τι παράγουμε

Τα κυριότερα εκτρεφόμενα είδη εγχώριων θαλάσσιων ιχθυοκαλλιεργειών, είναι η τσιπούρα και το λαβράκι, τα οποία αντανακλούν περίπου το 55% και 40% της συνολικής παραγωγής ψαριών.

Παράλληλα με τις ιχθυοκαλλιέργειες, σημαντικός είναι και ο τομέας των οστρακοκαλλιεργειών, κυρίως μυδιών. Κατά τι πρώτες δεκαετίες του κλάδου για την εκτροφή χρησιμοποιούνταν το πασσαλωτό σύστημα, ενώ από το 1990 και μετά κυριάρχησε το σύστημα πλωτών μονάδων (long-line) με αποτέλεσμα τη μεγάλη αύξηση του αριθμού των μονάδων από 70 σε πάνω από 600. Παρόλα αυτά η αύξηση του αριθμού των μονάδων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη αύξηση της παραγωγής οστρακοειδών, η οποία σήμερα κυμαίνεται περί τους 18,6 χιλιάδες τόνους.

Εκτός από τις θαλάσσιες υδατοκαλλιέργειες (ψαριών και οστράκων), ιδιαίτερη θέση κατέχει η υδατοκαλλιέργεια των εσωτερικών νερών, που αναπτύχθηκε σε μικρή έκταση σε συγκεκριμένες περιοχές (κύρια Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία) με περίπου 80 μονάδες εντατικής εκτροφής ιχθύων.

Στις λιμνοθάλασσες, ασκείται η παραδοσιακή εκτατική υδατοκαλλιέργεια με 72 οργανωμένες εκμεταλλεύσεις λιμνοθαλασσών συνολικής έκτασης 400 χιλ. στρεμμάτων με παραγωγή περίπου 650 τόνων για το 2012.

Σε επίπεδο απασχόλησης, στην Ελλάδα καταγράφεται ένα από τα υψηλότερα ποσοστά (19%), επί του συνόλου των απασχολούμενων στον κλάδο της υδατοκαλλιέργειας στην ΕΕ. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, στον κλάδο απασχολούνται άμεσα ή έμμεσα περίπου 15.000 εργαζόμενοι διαφόρων ειδικοτήτων (επιστημονικό, τεχνικό και εργατικό προσωπικό). Το σημαντικότερο όλων είναι ότι μεγάλος αριθμός αυτών των θέσεων απασχόλησης εντοπίζονται σε απομακρυσμένες περιοχές της ελληνικής επικράτειας (κυρίως νησιωτικές), γεγονός το οποίο συμβάλει σημαντικά στην οικονομική ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών.

Προκλήσεις

Πέρα από τις προαναφερθείσες θετικές συνθήκες του κλάδου είναι σκόπιμο να γίνει αναφορά και σε μία σειρά διαρθρωτικών προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι εγχώριοι παραγωγοί προϊόντων υδατοκαλλιέργειας και συνοψίζονται στα ακόλουθα:

-Ο περιορισμένος χρόνος ζωής των προϊόντων καθιστά δύσκολη την αποτελεσματική μετακίνησή τους.

-Ο μεγάλος κύκλος παραγωγής απαιτεί υψηλά κεφάλαια κίνησης και κατά συνέπεια υψηλές ανάγκες δανεισμού (ειδικά σε περιόδους ανάπτυξης ή διακράτησης αποθεμάτων).

-Περιορισμένα περιθώρια κέρδους λόγω της δομής στην πλευρά της ζήτησης με μικρό αριθμό κυρίαρχων αγοραστών/πελατών.

-Ο ανταγωνισμός γίνεται κυρίως σε επίπεδο κόστους καθώς το προϊόν δεν είναι διαφοροποιημένο.

-Οι περιβαλλοντικές συνέπειες από τη δραστηριότητα του κλάδου θέτουν περιορισμούς ως προς την αδειοδότηση και τη χωροταξική διάρθρωση των εγκαταστάσεων.

Θερμαϊκός

Βάσει των Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που έχουν στο παρελθόν εκπονηθεί για τον καθορισμό των ΠΟΑΥ των δύο διακριτών Περιφερειακών Ενοτήτων, Θεσσαλονίκης και Ημαθίας (2006 και 2010 αντίστοιχα), η σχεδιαζόμενη χωροθέτηση των μονάδων υδατοκαλλιέργειας και ο συνολικός αριθμός αυτών είναι εξαιρετικά σημαντικός.

Η συνολική εικόνα είναι η εξής:

-Πλωτές μονάδες: 134. Καθεμιά καταλαμβάνει κατά μέσο όρο 15 στρέμματα και η συνολική έκταση στην οποία ασκείται η δραστηριότητα είναι 2.010 στρ. Η συνολική τους δυναμικότητα (παραγωγή) ανέρχεται σε 12.920 τόνους ανά έτος.

-Πασσαλωτές μονάδες: 266. Καθεμιά καταλαμβάνει κατά μέσο όρο 1,5 στρ. και η συνολική έκταση στην οποία ασκείται η δραστηριότητα είναι 397,5 στρ. Η συνολική τους δυναμικότητα (παραγωγή) ανέρχεται σε 13.750 τόνους ανά έτος.

-Εκτατική αχιβάδας: 1. Η μονάδα καταλαμβάνει 80 στρ. και έχει δυναμικότητα 7 τόνων ανά έτος.

Αναλυτικά ανά περιοχή η εικόνα είναι η εξής:

1.Χαλάστρα:

-Πλωτές: 50 μονάδες, συνολική έκταση 750 στρ., δυναμικότητα 5.000 τόνοι ανά έτος.

-Πασσαλωτές: 179 μονάδες, συνολική έκταση 268,5 στρ., δυναμικότητα 8.950 τόνοι ανά έτος.

-Εκτατική αχιβάδας: Η μοναδική μονάδα με τα πιο πάνω στοιχεία είναι εγκαταστημένη στην περιοχή της Χαλάστρας.

2.Κύμινα:

-Πλωτές: 20 μονάδες, συνολική έκταση 300 στρ., δυναμικότητα 2.000 τόνοι ανά έτος.

-Πασσαλωτές: 36 μονάδες, συνολική έκταση 54 στρ., δυναμικότητα 1.800 τόνοι ανά έτος.

3.Αγγελοχώρι:

-Πλωτές: 9 μονάδες, συνολική έκταση 135 στρ., δυναμικότητα 900 τόνοι ανά έτος.

4.Κλειδί:

-Πλωτές: 55 μονάδες, συνολική έκταση 820 στρ., δυναμικότητα 5.020 τόνοι ανά έτος.

-Πασσαλωτές: 50 μονάδες, συνολική έκταση 75 στρ., δυναμικότητα 3.000 τόνοι ανά έτος.

-Πασσαλωτές (στο Βαλσάμι): 1 μονάδα, έκταση 10 στρ., δυναμικότητα 400 τόνοι ανά έτος.

Τέλος στην παρανομία

Όπως τόνισε ο κ. Παπάς, «σήμερα λειτουργούν μερικές εκατοντάδες οστρακοκαλλιεργειών που δεν διαθέτουν μισθωτήρια συμβόλαια είτε γιατί ο νέος διευρυμένος Φορέας της ΠΟΑΥ (Θεσσαλονίκης - Ημαθίας) δεν έχει επισήμως θεσμοθετηθεί είτε διότι οι καλλιεργητές δεν διαθέτουν τις απαιτούμενες άδειες λειτουργίας ή περιβαλλοντικές μελέτες (π.χ. σε διαδικασία ανανέωσης ή έκδοσης). Αυτό ακριβώς το κενό στοχεύει να καλύψει η δημιουργία του νέου διευρυμένου Φορέα διαχείρισης της ΠΟΑΥ Θερμαϊκού ο οποίος θα επιδιώξει άμεσα να διορθώσει τις όποιες παρατυπίες, εκκρεμότητες και πρακτικές που λαμβάνουν χώρα εκτός των πλαισίων που ορίζει η σχετική νομοθεσία».

Στους σκοπούς της εταιρείας που συστήνεται θα περιλαμβάνονται:

-Η ανάπτυξη της πολυκαλλιέργειας στον Θερμαϊκό κόλπο, με στόχο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας του τομέα με νέα είδη αυξημένης εμπορικής αξίας και αγοραστικής ζήτησης και η βελτίωση της ποιότητας των υφιστάμενων προϊόντων της οστρακοκαλλιέργειας.

-Η συμβολή στην ανάπτυξη νέων μεθόδων οστρακοκαλλιέργειας και ο εκσυγχρονισμός και βελτίωση στην παραγωγική δραστηριότητα των υφισταμένων.

-Η ενίσχυση της οργάνωσης στην μεταποίηση, τυποποίηση, πιστοποίηση, διανομή και εμπορία, για την δημιουργία κλιμακούμενης αξίας, με την ανάπτυξη συμπληρωματικών και υποστηρικτικών υποδομών.

-Η εφαρμογή μέσων και μεθόδων, για την διασφάλιση της υγιεινής των αλιευμάτων και των προϊόντων της δημόσιας υγείας.

-Η ορθολογική διαχείριση των φυσικών πόρων.

-Η στήριξη σε οργανωμένες προσπάθειες και πρωτοβουλίες για την προώθηση και προβολή των αλιευμάτων και των λοιπών προϊόντων.

-Η επιμόρφωση των απασχολούμενων στον κλάδο.

Για την αναβάθμιση της απασχόλησης και παραγωγικότητάς τους με στόχο την ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.

Το κεφάλαιο της εταιρίας ανέρχεται στο ποσό των 80.000,00 ευρώ, απαραίτητο για την έναρξη των εργασιών και ανά εταίρο επιμερίζεται ως εξής:

1.Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας : 4.000 ευρώ (5%).

2.Δήμος Δέλτα: 40.200 ευρώ (50,25%).

3.Δήμος Θερμαϊκού: 16.000 ευρώ (20%).

4.Δήμος Αλεξάνδρειας: 19.800 ευρώ (24,75%).

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.