Δεκαπέντε άβολες «δασικές» αλήθειες μετά την τραγωδία στην Αττική

του Θοδωρή Καραουλάνη

Στον απόηχο της μεγάλης τραγωδίας της φωτιάς στην Ανατολική Αττική με τους δεκάδες νεκρούς και τα χιλιάδες στρέμματα στάχτης, έχει ξεκινήσει δημόσια συζήτηση για τα θέματα δασών, οικιστικής ανάπτυξης, χωροταξικού σχεδιασμού, δασοπροστασίας, δασοπυρόσβεσης και πολιτικής προστασίας. Προκειμένου να υπηρετήσουμε αυτόν το δημόσιο διάλογο, που αυτή τη φορά ελπίζουμε να παράγει αποτελέσματα, θα καταγράψουμε σε σειρά δημοσιευμάτων παθογένειες και άβολες αλήθειες όλους τους ανωτέρω τομείς. Αυτά τα θέματα σπανίως αναδεικνύονται από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, λόγω έλλειψης εξειδικευμένης γνώσης, και φυσικά σπανίως αποτελούν θέμα των όποιων πολιτικών ή ειδικών τοποθετούνται κυρίως στα ραδιοτηλεπτικά μέσα, αλλά που ένα περιβαλλοντικό μέσο σαν τη Greenagenda έχει υποχρέωση να καταγράψει. Ξεκινάμε λοιπόν με τις άβολες «δασικές» αλήθειες που δεν βρίσκουν εύκολα το δρόμο της δημοσιότητας.

Πού είναι δάσος: από τη δημόσια συζήτηση όλοι κρύβουν τη βασική άβολη αλήθεια. Η χώρα έχει βιώσει γεγονότα και καταστροφές στα δάση, όχι λόγω έλλειψης δασικών χαρτών (που είναι ένα εργαλείο) αλλά λόγω μιας νομικής κληρονομιάς από την ίδρυση του ελληνικού κράτους. Και αυτή είναι η διασύνδεση, διαπλοκή θα την έλεγε κάποιος, της δασικής νομοθεσίας με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των περιοχών που είναι δάσος. Κανείς δεν ομολογεί ότι από την ίδρυση του ελληνικού κράτους το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του δημοσίου πάνω στις εκτάσεις που δεν είναι ιδιωτικές εδράζεται στη δασική νομοθεσία, με το νόμο περί δημοσίων γαιών και δασών, για την εφαρμογή των διατάξεων του οποίου συστάθηκε και λειτούργησε αρχικά η δασική υπηρεσία. Κανείς δεν τολμά να ανοίξει αυτό το κεφάλαιο, γιατί φοβάται στο τέλος ότι θα κατηγορηθεί ότι παραδίδει δημόσια περιουσία στους ιδιώτες. Γνωστά σκάνδαλα, όπως της ανταλλαγής εκτάσεων της Μονής Βατοπεδίου ή της Αιξωνής στην Αττική, έχουν αυτήν την νομική βάση. Και πράγματι, όλοι οι καταπατητές προσπάθησαν με αυτόν τον τρόπο, με παραθυράκια στη δασική νομοθεσία ή με χαρτιά προ της ενάρξεως προστασίας (με οθωμανικό δίκαιο δηλαδή) να στοιχειοθετήσουν το δήθεν ή πραγματικό περιουσιακό τους δικαίωμα σε μεγάλες εκτάσεις. Γενικότερα, η κληρονομημένη αυτή παθογένεια έχει θέσει σε αντίθεση τη δασική υπηρεσία με σχεδόν κάθε ιδιοκτήτη γης στη χώρα – αν πάει να φυτρώσει δένδρο σε αγρό ή οικόπεδο, ο ιδιοκτήτης τρέχει να το κόψει για να μη μπλέξει με τον δασάρχη. Αν δεν λύσουμε συνταγματικά αυτό το σύνθετο πρόβλημα, δεν υπάρχει περίπτωση να απλουστευθεί και να λειτουργήσει αποτελεσματικά η δασική νομοθεσία για την προστασία των δασών. Ούτε φυσικά κανένας πολίτης θα έχει κίνητρο να φυτεύει δένδρα στην ιδιοκτησία του, όταν διακινδυνεύει να τη χάσει.

Δασικοί χάρτες: Όλοι λένε ότι η κύρωσή τους αποτελεί συνταγματική υποχρέωση. Αυτή είναι η μισή αλήθεια. Γιατί το Σύνταγμα δεν μιλά για δασικούς χάρτες, αλλά για κάτι μεγαλύτερο: το Δασολόγιο, ως υποχρέωση του κράτους. Και αυτό περιλαμβάνει τόσο τον χάρτη (πού είναι δάσος κλπ) αλλά και το είδος της βλάστησης και των δασικών έργων (τί είναι δάσος). Και από αυτό απέχουμε ακόμη πολύ…

Δασικοί χάρτες στην Αττική: οι δασικοί χάρτες στην Ανατολική Αττική είναι έτοιμοι από επταετίας. Δεν αναρτώνται (ώστε να εκφράσουν αντιρρήσεις οι πολίτες) διότι θα φανούν ως δασικές εκτάσεις χιλιάδες στρέμματα χτισμένης γης – ακόμη και ολόκληροι οικισμοί και πλατείες και δημόσια κτίρια. Ακόμη και περιοχές που έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλης (όπως συνέβη πρόσφατα στο Γαλάτσι, για παράδειγμα), διότι έγιναν με τρόπο που δεν ήταν ο σωστός – όπως κρίθηκε εκ των υστέρων. Για αυτό η κυβέρνηση επινόησε τις «οικιστικές πυκνώσεις» ώστε να εξαιρέσει τις δομημένες περιοχές από τις αναρτήσεις δασικών χαρτών (λύση – ασπιρίνη για ένα σύνθετο πρόβλημα). Δεν αναρτώνται και για έναν ακόμη λόγο: διότι θα αποκαλυφθούν εξόφθαλμα ρουσφέτια της δασικής υπηρεσίας. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει ένα δάσος πχ 1000 στρέμματα και στο κέντρο του να υπάρχει ένα ή δύο «οικόπεδα» που δεν είναι δάσος. Και τέτοια «μπαλώματα», όπως ονομάζονται από όσους ασχολούνται με δασικούς χάρτες, υπάρχουν εκατοντάδες στην Αττική. Ιδίως στην Ανατολική. Και όλοι καταλαβαίνουμε πως προέκυψαν…

Ηλεκτρονικά εργαλεία: η ψηφιακή απεικόνιση των ορίων των δασικών περιοχών, μέσα από τους δασικούς χάρτες, είναι ένα άλμα για την προστασία τους. Αλλά δεν αρκεί. Πρέπει ταυτόχρονα να ολοκληρωθούν, ψηφιακά, το Κτηματολόγιο (όριο των οικοπέδων – ιδιοκτησιών), οι περιοχές Natura (ήδη έγινε), τα σχέδια πόλης, το αρχαιολογικό κτηματολόγιο, η χάραξη του αιγιαλού και να ξεκινήσουν, πάλι ψηφιακά, τα περιφερειακά χωροταξικά πλαίσια, το δασολόγιο (τι είδους βλάστηση έχουμε στις δασικές περιοχές) και κάθε είδους θεσμικές γραμμές, όπως έχει προτείνει, με συγκεκριμένο σχέδιο, το ΤΕΕ.

Ζωή στο δάσος: η άτεγκτη στάση του ΣτΕ τις τελευταίες δεκαετίες στην προάσπιση του δασικού χαρακτήρα κάθε έκτασης, σε συνδυασμό με την αστυφιλία και την εγκατάλειψη της υπαίθρου, ιδιαίτερα από τη μεταπολίτευση και μετά, συνέβαλαν στην υποβάθμιση του δασικού πλούτου. Οι παραδασόβιοι πληθυσμοί, με βάση όλη τη σχετική βιβλιογραφία, συμβάλλουν αποτελεσματικά και στη βιοποικιλότητα και στην προστασία των δασών. Εμείς πλέον έχουμε ελάχιστους τέτοιους πληθυσμούς, σε αντίθεση με το παρελθόν.

Χρήσεις του δάσους: οι περισσότεροι νομίζουν ότι στα δάση απαγορεύεται κάθε χρήση. Και όμως ο νόμος δίνει δεκάδες δυνατότητες οικονομικής δραστηριότητας, έργων, κτισμάτων και δραστηριοτήτων στα δάση, για λόγους δημόσιου συμφέροντος και οικονομικής ανάπτυξης. Αλλά θέτει αυστηρές προϋποθέσεις – και η δασική υπηρεσία έχει δείξει «αλλεργία» στα «ιδιωτικά συμφέροντα στα δάση», πλην των πολύ μεγάλων επενδύσεων…

Οικιστική και αγροτική χρήση του δάσους: είναι αλήθεια ότι το Σύνταγμα του 1975 απαγορεύει, μετά τις ερμηνείες του ΣτΕ, την αλλαγή χρήσης του δάσους για οικιστικούς λόγους. Όμως αυτό δεν ίσχυε πριν το 1975. Για αυτό δικαιώνονται στα Ευρωπαϊκά δικαστήρια οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί που έχουν περιουσία δασικές εκτάσεις που μπορούσαν να οικοδομηθούν παλαιότερα αλλά μετά το Σύνταγμα του 1975 όχι, και η Ελλάδα εντέλλεται σε μεγάλες αποζημιώσεις. Οι επαΐοντες γνωρίζουν για παράδειγμα, ότι η περιοχή των Αμπελοκήπων, στο κέντρο της Αθήνας, (όπως και εκατοντάδες άλλες περιοχές στη χώρα) οικοδομήθηκε αρχικά από οικοδομικό συνεταιρισμό σε περιοχή προστατευόμενη από τη δασική νομοθεσία που εξαιρέθηκε. Και επιπλέον κανείς δεν λέει τη μεγάλη αλήθεια: χωρίς την αλλαγή χρήσης των δασών τις δεκαετίες 1920 έως 1960, η χώρα δεν θα τα είχε καταφέρει ποτέ: δασικές εκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν για την οικιστική αποκατάσταση των προσφύγων, δασικές εκτάσεις χρησιμοποιήθηκαν για αναδασμούς και διανομές αγροτικών γαιών για να αποκτήσουν εισόδημα και φαγητό πρόσφυγες και άπορες οικογένειες. Αλλά τότε τα δικαστήρια έκριναν ότι οι χρήσεις αυτές, σε βάρος του δάσους, ήταν προς το δημόσιο συμφέρον – και το Σύνταγμα δεν είχε αυστηρές προβλέψεις.

Νέα δάση: Σταθερή παρατήρηση τις τελευταίες δεκαετίες είναι ότι η δασοκάλυψη στη χώρα μας μειώνεται συνεχώς. Ωστόσο, οι δασικές περιοχές κάθε είδους στο χάρτη παραμένουν μεγάλες. Τα δάση όμως μειώνονται, δεν αυξάνονται, προς όφελος των θαμνωδών και άλλων περιοχών. Η μόνη περίπτωση που το κράτος αποφάσισε να δημιουργήσει νέα δάση ήταν το 2014, όταν προβλέφθηκε για πρώτη φορά ότι όποιος εκχερσώνει ή αποψιλώνει δάσος νόμιμα, με έγκριση επέμβασης από τη δασική υπηρεσία, για δραστηριότητα στα δάση (πχ κεραίες, πυλώνες ρεύματος, αγωγοί, τουριστικά συγκροτήματα, μεταλλεία, ορυχεία, λατομεία κλπ) θα πρέπει να αναδασώνει ή να δασώνει εξαρχής ίση έκταση με αυτή που καταστρέφει, με υπόδειξη της Δασικής Υπηρεσίας, άμεσα, προκειμένου να λάβει άδεια λειτουργίας. Την πρόβλεψη αυτή ανέτρεψε η παρούσα κυβέρνηση, για λόγους «ισότητας ανταγωνισμού» μεταξύ δραστηριοτήτων εντός και εκτός δασικών περιοχών, στον νέο λατομικό νόμο (με ειδική πρόβλεψη για λατομεία, ορυχεία, μεταλλεία).

Δασικά είδη: οι αναδασώσεις και ειδικά σε καμένες περιοχές ή σε μεγάλους δρόμους δεν είναι μια δουλειά ρουτίνας. Πρέπει να γίνεται με μελέτη. Η αύξηση της δασοκάλυψης με πεύκα που έχει παρατηρηθεί, λόγω αναδασώσεων κυρίως, στην Ελλάδα, είναι κλασικό παράδειγμα αποτυχίας λόγω ευκολίας και «καλλωπισμού». Άλλα δασικά είδη είναι καταλληλότερα, σύμφωνα με τους δασολόγους, αλλά χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή και φροντίδα για να «πιάσουν» και να μεγαλώσουν. Επίσης, η φύτευση κατά μήκος των μεγάλων δρόμων (λεωφόρων, εθνικών οδών κλπ) στους παράδρομους, στα πλάγια στηθαία και στις διαχωριστικές νησίδες, πρέπει να γίνεται με πολύ προσοχή: για παράδειγμα η φύτευση κατά μήκος της Ολυμπιακής Διαδρομής το 2004 για λόγους καλλωπισμού, στην πραγματικότητα μείωσε την αποτελεσματικότητα της Λεωφόρου Μαραθώνος ως αντιπυρικής ζώνης.

Η έλλειψη πόρων: Η δασική υπηρεσία κάθε χρόνο ζητά κονδύλια για δασικά έργα. Παρά την αύξηση πόρων για τα ετήσια Προγράμματα Δασοπροστασίας, που κατευθύνονται σε υπερωρίες και έξοδα κίνησης των δασικών υπαλλήλων, οι προϋπολογισμοί για δασικά έργα παραμένουν «κολλημένοι». Είναι χαρακτηριστικό, όπως έχουμε γράψει αναλυτικά, ότι οι δασικές υπηρεσίες ζητούν περίπου 15 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο για δασικά έργα, αλλά παίρνουν μόνο 1,5 εκατομμύριο, δηλαδή το 10% των ζητούμενων (που είναι ήδη «αυτολογοκριμένα») κονδυλίων για τις ανάγκες της περιοχής τους.

Πρόληψη: όλοι μιλούν για την ανάγκη κάθε ιδιοκτήτης έκτασης κοντά σε δάσος να προετοιμάζει το χωράφι ή οικόπεδό τους, με αποψίλωση, κοπή κλαδιών κλπ ενόψει αντιπυρικής περιόδου. Λίγοι όμως γνωρίζουν ότι σε πολλές περιοχές αυτό νομικά απαγορεύεται, καθώς τα αρμόδια δασαρχεία εκδίδουν ανά δεκαετία «γενική απαγορευτική διάταξη» με την οποία χρειάζεται η άδεια του δασαρχείου για κάθε κοπή ή άλλη εργασία σε δέντρα, θάμνους, χωράφια κλπ. Οπότε οι περισσότεροι επιλέγουν είτε να μην κάνουν τίποτε είτε να αγνοούν το δασαρχείο. Αποτελεί ένα απομεινάρι του παρελθόντος το οποίο συνεχίζει η δασική υπηρεσία, λόγω έλλειψης καλύτερου νομοθετικού πλαισίου.

Δασοπροστασία: αποτελεσματική δασοπροστασία χωρίς δασόβιους και παραδασόβιους πληθυσμούς δεν υπάρχει. Οι κάτοικοι δίπλα στα δάση φροντίζουν να απομακρύνουν, για δικές τους ανάγκες, τη βιομάζα και προστατεύουν, λόγω συμφέροντος, από κάθε επιβολή. Χωρίς παραγωγή βιομάζας για ενεργειακούς λόγους, χωρίς ρητίνευση στα πεύκα, χωρίς παραγωγή βιομηχανικής ξυλείας, χωρίς συλλογή καυσόξυλων, χωρίς μελισσοκομία, χωρίς δράσεις αναψυχής και οικοτουρισμό, δεν υπάρχει ζωή στο δάσος και συνεπακόλουθα δεν υπάρχει αποτελεσματική προστασία, γιατί δεν φθάνουν οι δασικοί υπάλληλοι και οι δασεργάτες.

Αντιπυρικές ζώνες: αν κάποιος κοιτάξει τα βουνά πριν την πυρόπληκτη, πλέον, Κινέττα, στο ύψος της Κακιάς Σκάλας, θα δει έναν τεράστιο «φαλακρό» διάδρομο να ξεκινά από την κορυφή του βουνού (στην πραγματικότητα συνεχίζει και πίσω από την κορυφή) και να φθάνει σχεδόν μέχρι τον δρόμο. Η τεράστια αυτή αντιπυρική ζώνη είναι αποτέλεσμα της φωτιάς στην Πάρνηθα, προκειμένου να απομονώσει τα Γεράνια Όρη από την προστατευόμενη περιοχή της Πάρνηθας. Είναι τέτοιου πλάτους που καθιστά «απαγορευτική» σχεδόν τη μετάδοση της πυρκαγιάς. Μέχρι στιγμής έχει αποδειχθεί επιτυχημένη – καμία φωτιά δεν την πέρασε. Και χρειάζεται φροντίδα (αποψίλωση) κάθε χρόνο. Τέτοια ζώνη, τέτοιου πλάτους και εμφανής σε όλους δεν υπάρχει ούτε μία σε ολόκληρη την Ανατολική Αττική. Οι μόνες αντίστοιχες αντιπυρικές ζώνες είναι δύο μεγάλοι δρόμοι: η Αττική Οδός και η Εθνική Οδός. Αν κανείς πρότεινε να δημιουργηθεί, για παράδειγμα, τέτοια ζώνη στην, οικιστικά πιεζόμενη, Πεντέλη, θα θεωρούνταν από γραφικός ως «καταστροφέας του δάσους», παρότι αποτελεί αποτελεσματικό τρόπο προστασίας του δάσους.

Φωτιά στα δάση: όποιος πιστεύει ότι η φωτιά σε ένα μεσογειακό (ή εύκρατου κλίματος) δάσος είναι δυνατόν να αποκλειστεί, δεν έχει ιδέα από δάσος. Στην πραγματικότητα, με βάση τις επιστημονικές αρχές της δασολογίας, οι δασικές φωτιές είναι μέρος του μεσογειακού οικοσυστήματος και της ανανέωσης της βιοποικιλότητάς τους. Για αυτό έχει σημασία όχι μόνο η πρόληψη αλλά και η αποτελεσματική αντιμετώπιση.

Δασοπυρόσβεση: η χώρα μας δοκίμασε μέχρι το 1998 το μοντέλο της μικτής διοίκησης στη δασοπυρόσβεση. Δασική και Πυροσβεστική Υπηρεσία συνεργάζονταν μέχρι τότε, χωρίς ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα. Το 1993 η Βουλή είχε προτείνει, με ειδικό της πόρισμα, τη δημιουργία ΔΑΣΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ όπου θα εντάσσονταν η δασική υπηρεσία και θα δημιουργούνταν επιπλέον ειδικές μονάδες δασοπυρόσβεσης. Το 1998 έγινε η επιλογή να περάσει το σύνολο των αρμοδιοτήτων καταστολής των δασικών πυρκαγιών στην Πυροσβεστική. Μπορεί οι πυροσβέστες να είναι εκπαιδευμένοι στην αντιμετώπιση της φωτιάς, πολύ περισσότερο από τους δασικούς υπαλλήλους, αλλά δεν έχουν γνώση και εμπειρία στη λειτουργία του δάσους. Για αυτόν τον λόγο η έμφαση της ΠΥ δίνεται στα εναέρια μέσα τα οποία όμως στη χώρα μας έχουν τα γνωστά προβλήματα παλαιότητας και διαθεσιμότητας. Τα πεζοπόρα τμήματα αποτελούνται από λίγους εποχικούς δασοπυροσβέστες και από άνδρες της ΕΜΑΚ - για αυτό είναι λίγα. Απομένουν μόνο τα πυροσβεστικά οχήματα, τα οποία λόγω μεγέθους είναι δυσκίνητα και ακατάλληλα για δασικές περιοχές, επομένως αδυνατούν να πλήξουν γρήγορα, στην έναρξη της φωτιάς, την εστία. Και επιπλέον η ΠΥ δεν έχει γνώση και εμπειρία για χρήση τόσο της μεθόδου του ΑΝΤΙΠΥΡ (δηλαδή «καίω εγώ ελεγχόμενα πριν κάψει η φωτιά ανεξέλεγκτα») για την ανάσχεση της πυρκαγιάς, όσο και της χειροκίνητης διάνοιξης αντιπυρικής ζώνης στα πλάγια του μετώπου (σε συνδυασμό με τη μέθοδο ΑΝΤΙΠΥΡ, από τα όρια της αντιπυρικής μέχρι το μέτωπο της φωτιάς) ώστε να οριοθετηθεί η πυρκαγιά. Αυτές οι μέθοδοι δεν χρησιμοποιούνται στην Ελλάδα, παρά το ότι χρησιμοποιούνται από άλλες χώρες, κυρίως όσες έχουν σώματα εξειδικευμένης δασοπυρόσβεσης.

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.