Εκ της τέφρας τους... δάση ξανά

Και μετά τις πυρκαγιές τι; Πώς θα καταφέρουμε να περιορίσουμε τη ζημιά και να βοηθήσουμε τη φύση να αναγεννηθεί; Τι πρέπει να κάνουμε και ποια είναι τα βασικά λάθη που πρέπει να αποφύγουμε; Υπάρχει πάντα ανάγκη για τεχνητή αναδάσωση ή είναι καλύτερο να αφήσουμε τη φύση στην ησυχία της; Μπορεί να αντικατασταθεί το εύφλεκτο πεύκο ή τα πράγματα είναι πιο σύνθετα;

Το πρώτο μέτρο μετά μια δασική πυρκαγιά είναι η οριοθέτηση των καμένων εκτάσεων. «Σήμερα υπάρχει η δυνατότητα ακριβέστατης αποτύπωσης των καμένων εκτάσεων και ανακήρυξής τους ως αναδασωτέων. Ετσι μπαίνει φραγμός στην καταπάτηση και συρρίκνωση του δάσους», τονίζει στην εφημερίδα «Καθημερινή» ο Νίκος Μπόκαρης, πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Δασολόγων Δημοσίων Υπαλλήλων και μέλος του Δ.Σ. του ΓΕΩΤΕΕ.

Στο πεδίο είναι ανάγκη να απομακρυνθούν τα καμένα δέντρα «γιατί αλλιώς σαπίζουν και δημιουργούν εύφλεκτο υπόστρωμα. Κάποια θα αξιοποιηθούν για τη δημιουργία κορμοδεμάτων ή κορμοφραγμάτων για την αντιμετώπιση πλημμυρικών φαινομένων και τη συγκράτηση του εδάφους. Τα υπόλοιπα μπορούν να πωληθούν ως καύσιμη ύλη», σημειώνει ο κ. Μπόκαρης.

Η ανάπτυξη κορμοδεμάτων απαιτεί μελέτη, καθώς υπήρχαν περιπτώσεις που διαπιστώθηκε κατάχρηση, ενώ σε άλλες μεγάλη καθυστέρηση. «Η εμπειρία έχει δείξει πως είναι απαραίτητα και χρήσιμα σε πλαγιές με σημαντικές κλίσεις και σε χαράδρες, όχι σε σχετικά ομαλά εδάφη. Πρόκειται για ακριβή μέθοδο, ενώ μπορεί να προκαλέσει ζημιές στο έδαφος», λέει στην «Καθημερινή» ο έμπειρος δασολόγος.

Και μετά; Σε πολλές περιπτώσεις οι δασολόγοι εκτιμούν πως το καλύτερο είναι να αφήσουμε τη φύση «να κάνει τη δουλειά της». Βέβαια, τα συμφέροντα και η ανευθυνότητα δεν αφήνουν ανέγγιχτη τη φύση, ανάβουν συχνά φωτιές και υποχρεώνουν σε παρεμβάσεις.

«Δεν είναι απαραίτητη πάντα η αναδάσωση. Πολλές φορές είναι καλύτερο να αφήνουμε τη φύση στην ησυχία της, να γίνει φυσική αναδάσωση. Πρόβλημα υπάρχει όταν παρουσιάζονται συχνά πυρκαγιές», λέει στην εφημερίδα ο Γαβριήλ Ξανθόπουλος, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών και Δασικών Οικοσυστημάτων. «Για παράδειγμα, στο δάσος στη λίμνη του Καϊάφα υπάρχουν δύο είδη πεύκης, η κουκουναριά και η χαλέπιος. Το δεύτερο είδος αναπτύσσεται πιο γρήγορα. Οταν έχεις συχνά πυρκαγιές το πιο αργό είδος υποβαθμίζεται», σημειώνει.

Υπάρχουν καμένες περιοχές όπου είναι δυνατή η φυσική αναγέννηση. «Οταν έχουμε βλάστηση με αείφυλλα (πουρνάρια, σκίνοι, δρυς) δεν απαιτείται αναδάσωση. Το ίδιο συμβαίνει και όταν έχει καεί ώριμο δάσος πεύκης, με δέντρα 15 ετών, το οποίο έχει τους σπόρους και τη δυνατότητα να ξαναβλαστήσει», εξηγεί ο κ. Μπόκαρης. Πρόβλημα υπάρχει όταν το δάσος έχει ξανακαεί σχετικά πρόσφατα.

«Είναι ανάγκη, με κατάλληλες μελέτες, να προχωρήσουμε σε αναδασωτικά προγράμματα. Το δάσος είναι η καλύτερη απάντηση στην κλιματική αλλαγή, ενώ αποτελεί και δημόσιο πλούτο, με οικονομικές δυνατότητες», τονίζει ο κ. Μπόκαρης. «Από 50.000-60.000 στρέμματα που αναδασώνονταν το 1993-95 έχουμε πέσει τώρα στα 3.000-5.000 στρέμματα το έτος. Υπάρχουν διπλοκαμένες εκτάσεις που δεν αναδασώθηκαν, με αποτέλεσμα να διολισθαίνουμε σε υποδεέστερη βλάστηση, από δάσος σε μια χορτολιβαδική έκταση», αναφέρει.

Θα μπορούσαμε να δούμε αλλαγές στα είδη, με αντικατάσταση των πεύκων; «Πρόκειται για σύνθετο πρόβλημα, το οποίο αντιμετωπίζεται από ορισμένους με απίστευτη ευκολία. Πολλά είδη –εκτός του πεύκου– είναι εύφλεκτα, άλλα δεν αναπτύσσονται σε χαμηλό υψόμετρο, ενώ θέλουμε είδη που ταιριάζουν στο δικό μας περιβάλλον», τονίζει ο κ. Ξανθόπουλος, σημειώνοντας πως λόγος μπορεί να γίνει μόνο για μείξη ειδών, σε ειδικές περιπτώσεις, πάντα έπειτα από μελέτη. «Η φύση έχει διεργασίες πολύ πιο δυναμικές από όσο υπολογίζουμε», σχολιάζει ο κ. Μπόκαρης, χαρακτηρίζοντας αβέβαιη και δυσβάσταχτη οικονομικά την αλλαγή βλάστησης.

Η πρόληψη

Το βασικό για τους δασολόγους είναι η δημιουργία ενός κέντρου για την προστασία των δασών, δηλαδή μιας ισχυρής Δασικής Υπηρεσίας, «που θα ασχολείται με την πρόληψη, με τον αντιπυρικό σχεδιασμό. Σήμερα επικρατεί απαξίωση και διάλυση, η Δασική ασχολείται μόνο με τους δασικούς χάρτες», τονίζει ο κ. Ξανθόπουλος.

Υπάρχουν βέβαια και θετικά παραδείγματα, όπως αυτό της προσπάθειας αποκατάστασης της Πάρνηθας, όπου λόγω της θέσης της και της κοινωνικής πίεσης διατέθηκαν πόροι και δυνάμεις. Τα καλά νέα είναι πως τα περισσότερα φυτά ελάτης που έχουν φυτευτεί μετά την καταστροφή αναπτύσσονται. «Εχουμε φυτέψει 185.000 δενδρύλλια ελάτης (άλλες 15.000 έχουν φυτέψει εθελοντές), κυρίως κεφαλληνιακής που είναι ενδημική στον δρυμό της Πάρνηθας (45.000 φυτά προέρχονταν από τη Βυτίνα). Πάνω από 60% είναι υγιή», λέει στην εφημερίδα «Καθημερινή» ο Βασίλης Φίλος, δασοπόνος και υπεύθυνος του φυτωρίου της Πάρνηθας, που σε υψόμετρο 1.000 μέτρων μεγαλώνουν 160.000 φυτά κεφαλληνιακής ελάτης. Η επιτυχία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η ανάπτυξη ελάτου στην Πάρνηθα αντιμετωπίζει σημαντικές κλιματολογικές δυσκολίες. «Πάμε καλά, συνεχίζουμε με φυτεύσεις 15.000 φυτών ελάτης τον χρόνο. Βεβαίως, σίγουροι με τα έλατα δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ. Εχουμε δρόμο ακόμα: για να δούμε δέντρα θέλουμε 50 χρόνια και δάσος 80», λέει ο κ. Φίλος.

Θετική είναι η εικόνα και στην αποκατάσταση της περιοχής του αρχαιολογικού χώρου της Ολυμπίας, που είχε πληγεί από τη μεγα-πυρκαγιά του 2007. «Δεν αντικαταστήσαμε το πεύκο γιατί είναι προσαρμοσμένο. Προχωρήσαμε όμως σε πρόσθεση ειδών, που υπήρχαν και στην αρχαία εποχή, όπως βελανιδιά, αριά, δάφνη, μυρτιά, κουμαριά και πολλά ακόμα. Πήγε πολύ καλά, πρασίνισε ο τόπος, υπάρχει μια ποικιλία σε είδη και σε χρώματα. Χρειάζεται όμως διαρκώς δουλειά, συντήρηση, κλαδέματα, αντίσταση στην πίεση των πεύκων», καταλήγει ο κ. Ξανθόπουλος.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.