Επαναπροσδιορίζοντας τον κεντρικό άξονα της Θεσσαλονίκης 100 χρόνια μετά το σχέδιο Εμπράρ

του Δρς Κωνσταντίνου Κουρκούτα*

Μπορεί άραγε το σχέδιο Εμπράρ 100 χρόνια μετά την εκπόνησή του να μας διδάξει ακόμα κάτι; Το σχέδιο που συνδυάστηκε με την εκμοντερνοποίηση της πόλης σε αστική κλίμακα και επηρέασε την αστική της μορφολογία όσο κανένα άλλο; Παρόλες τις παρεκτροπές από το αρχικό σχέδιο, η επιρροή και το αντίκτυπο του σχεδίου ακόμα και 100 χρόνια μετά ειναι εμφανή και ευανάγνωστα στον σύγχρονο τοπικό ιστό. Θα ήταν πολύ γόνιμο σε επίπεδο πόλης να αρχίσει ένας διάλογος με αφορμή αυτήν την επέτειο και να συζητηθούν τα οφέλη αλλά και τα προβλήματα που επέφερε αυτός ο σχεδιασμός, αλλά και παράλληλα τις προοπτικές που ανοίγουν από 'δω και πέρα. Σε μια πρώτη προσπάθεια να ανοίξει ο διάλογος αλλά και να γιορταστεί ο επετειακός του κύκλος των 100 χρόνων του Σχεδίου Εμπράρ έρχεται και αυτό το άρθρο. Αφορμή για αυτό το άρθρο στάθηκε η σύνταξη του Ειδικού Χωρικού Σχεδίου για τη ΔΕΘ που πρόκειται να παρουσιαστεί από στιγμή σε στιγμή και το αποτέλεσμα του οποίου αναμένεται να είναι κρίσιμο για το μέλλον της περιοχής και της πόλης γενικότερα.

Η ευρύτερη περιοχή όπου βρίσκεται εγκατεστημένη η ΔΕΘ και που ορίζεται από τα όρια των ανατολικών τειχών του ιστορικού κέντρου στα δυτικά και την έναρξη του αστικού ιστού της Ανατολικής Θεσσαλονίκης στα ανατολικά, στο σχέδιο του Εμπράρ προβλεπόταν η δημιουργία ενός μεγάλου πάρκου και η εγκατάσταση πληθώρας κτηρίων και χρήσεων (πανεπιστήμιο, μουσεία, αθλ. Χώροι κλπ) όλα οργανωμένα κατά μήκος ενός άξονα, ένα είδος λεωφόρου μπούλεβαρ που ένωνε το παραλιακό μέτωπο με το Σέιχ Σου, και που στο άρθρο θα αναφερόμαστε σαν Κεντρικό Άξονα. Οι μεταλλάξεις που υπέστη η πόλη βέβαια μετά τη διεκπόνηση του σχεδίου δεν επέτρεψαν την εκπλήρωση της ανοικοδόμησης και επέκτασης της πόλης σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο. Αν και το μεγαλύτερο βάρος δόθηκε στην ανοικοδόμηση ιστορικού κέντρου, το σχέδιο επηρέασε και τις εκτός τειχών περιοχές σε μεγαλύτερο η μικρότερο βαθμό. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν άφησε ίχνη ή δεν επηρέασε τη σύγχρονη αστική μορφολογία, γεγονός που μπορεί να φανεί με ευκολία στην περίπτωση του Κεντρικού Άξονα της Θεσσαλονίκης. Ο συγγραφέας μελέτησε τη συγκεκριμένη περιοχή μέσα από τη διδακτορική του διατριβή και μέρος αυτών των αποτελεσμάτων παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο.

Η Κληρονομιά του Σχεδίου Εμπραρ στη περιοχή του κεντρικού Άξονα

Η εν λόγω περιοχη στο σχέδιο Έμπραρ και η εξέλιξη του σχεδίου απο την αρχική του πρόταση μέχρι την έγκριση του.

Αναθεωρώντας τον αντίκτυπο και την επιρροή του σχεδίου Hebrard για τη συγκεκριμένη περιοχή σήμερα, μπορούμε να αναγνωρίσουμε ορισμένα στοιχεία του αρχικού σχεδίου, η πλειονότητά τους σε μια τροποποιημένη κατάσταση, αλλά και να εκτιμήσουμε τη διορατικότητα του αρχικού σχεδίου. Το πιο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η παρουσία της λεωφόρου που ο Hebrard οραματίστηκε να συνδέει το Πανεπιστήμιο, στην κορυφή του άξονα, με το παραλιακό μέτωπο, με πλήθος από αξιοσημείωτα πολιτιστικά κτήρια και καταπράσινες εκτάσεις κατά μήκος της πορείας της. Ένας καινούριος αστικός άξονας αντίστοιχος με άλλους βασικούς αστικούς άξονες του σχεδίου όπως η Αριστοτέλους ή η Δημητρίου Γούναρη.

Η σημερινή πραγματικότητα στη περιοχή απέχει σε μεγάλο βαθμό από την ιδέα και το όραμα της αρχικής πρότασης. Παρότι, όπως αναφέρθηκε, μπορούμε ακόμη και σήμερα να διακρίνουμε και να συνοψίσουμε μια σειρά χαρακτηριστικών του σχεδίου Hebrard που είναι παρόντα στον σύγχρονο ιστό: i) Μια ιδιαίτερη συμβολή του έργου ήταν η πρόβλεψη για τη δημιουργία μιας πράσινης ζώνης γύρω από την πόλη και τα όρια του ιστορικού κέντρου, χωρίζοντας την πόλη σε τρία μεγαλύτερα τμήματα. Μία από αυτές τις ζώνες έτρεχε ανατολικά του ιστορικού κέντρου και ήταν δομημένη κατά μήκος ενός άξονα υπό τη μορφή μιας μακράς λεωφόρου. ii) Προέβλεψε χώρο για τη δημιουργία βασικών κτηρίων και υποδομών, αν και η πλειοψηφία τους κατασκευάστηκε τελικά σε διαφορετικές θέσεις από τις αρχικές που προτάθηκαν από το σχέδιο (π.χ., πανεπιστημιούπολη, γήπεδο, μουσεία, θέατρα, ΧΑΝΘ κ.ά.). iii) Η εγκατάσταση της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης και της Πανεπιστημιούπολης σαν περίκλειστοι χώροι κατά μήκος της πορείας του άξονα / λεωφόρου απέκλεισε κάθε δυνατότητα διατήρησης της λειτουργικής συνέχειας του άξονα (σε επίπεδο τοπίου, κινητικότητας, προσβασιμότητας κλπ). Τα υπολείμματα αυτής της πράσινης περιοχής μπορεί να παρατηρηθούν στην αυλή του πανεπιστημίου και σε άλλες μικρότερες περιοχές πρασίνου που υπάρχουν στον σύγχρονο τοπικό ιστό.

Το αρχικό σχέδιο ουσιαστικά προέβλεπε και προνοούσε για τη δημιουργία ενός νέου αστικού άξονα έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης, δημιουργώντας τις κατάλληλες συνθήκες για την εμφάνιση μιας νέας κεντρικότητας έξω από τον παραδοσιακό χώρο της παλιάς πόλης. Παρόλο που το σχέδιο υλοποιήθηκε μόνο εν μέρει, το αρχικό σχέδιο και οι συνθήκες που δημιούργησε συνέβαλε σημαντικά στην εμφάνιση κύριων κτηρίων και δραστηριοτήτων κατά μήκος της περιοχής του άξονα, διατηρώντας έτσι μια κατάσταση λανθάνουσας / εκκρεμούς κεντρικότητας για την περιοχή. Η μετέπειτα εμφάνιση και συγκέντρωση άλλων σημαντικών κτηρίων και λειτουργιών στην περιοχή (που δεν προβλέπονταν αναγκαστικά στο σχέδιο), επαληθεύει αυτή τη θεωρία και επιβεβαιώνει το λανθάνον και αδρανές δυναμικό της περιοχής. Οι προβληματικές αλλά και ταυτόχρονα υποσχόμενες συνθήκες που επικρατούν σήμερα μπορούν να αντιστραφούν με τον επαναπρογραμματισμό του τοπικού ιστού, χρησιμοποιώντας τον Κεντρικό άξονα ως κύριο χαρακτηριστικό και εργαλείο αυτής της μελλοντικής αστικής μεταλλαγής.

Διά-γνωση / Η κατάσταση σήμερα

Αριστερα: Αεροφωτογραφία της περιοχής (ο άξονας και τα αστικά όρια με κόκκινο) Δεξιά: Περιληπτικό διάαγραμμα με την κατάσταση της περιοχής

Αν και ο άξονας μπορεί να αναγνωστεί σήμερα σαν ίχνος στον αστικό ιστό, βρίσκεται σε μια κατάσταση ασυνέχειας, κατακερματισμένος τόσο από τους διάφορους ποικίλους άξονες κυκλοφορίας που τον διασχίζουν όσο και άλλων λόγων. Η έρευνα/ανάλυση προσπάθησε να διερευνήσει τους λόγους και τις συνθήκες που οδήγησαν στη σημερινή μορφολογία της περιοχής και την προκύπτουσα τυπολογική ετερογένεια που συναντάται σήμερα. Σε δεύτερο επίπεδο, διερεύνησε τους πιθανούς τρόπους αναδιάρθρωσης της περιοχής χρησιμοποιώντας τον κεντρικό άξονα ως βασικό στοιχείο αυτής της μεταμόρφωσης, αξιοποιώντας τη δυναμική και την ποικιλομορφία της δραστηριότητας που υπάρχει στην περιοχή. Σε ένα πρώτο επίπεδο η ανάλυση εντόπισε τις ακόλουθες συνθήκες / καταστάσεις:

a) H εμφάνιση μιας ασυντόνιστης και ανερχόμενης κεντρικότητας

Παρούσες χρήσεις στην περιοχή και χωρική θεματοποίηση

Σήμερα στα όρια της περιοχής παρατηρείται μια ιδιάζουσα ποικιλία σε επίπεδο δραστηριότητας και χρήσεων i) εκπαιδευτική/ ακαδημαική (ΑΠΘ, Παν. Μακεδονίας & διάφορα δημοτικά και γυμνάσια σχολεία) ii) Εκθεσιακή (ΔΕΘ, Βελλίδειο) iii) Πολιτιστική (ΚΘΒΕ, Βασιλικό Θέατρο, Θεατρο δάσους & Κήπου, ΧΑΝΘ, Τελλόγλειο Ιδρυμα, Ίδρυμα Μακεδονικών Σπουδών) iv) Μουσειακή (Αρχαιολογικό, Βυζαντινό, Αθλητικό, Πολεμικό Μουσείο, Λευκός Πύργος, Μακεδονικό Μουσείο Συγχρονης Τέχνης κ.α.) v) Αθλητική (Νίκος Γκάλης, Καυταντζόγλιο, Ιβανόφειο, & λοιπά αθλητικά κέντρα) vi) Χώροι αναψυχής (Σέιχ Σου, Πάρκο ΧΑΝΘ κα.) vii) Περίθαλψης / Υγείας (ΑΧΕΠΑ, 424 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, Αγ. Δημήτριος, Γεννηματάς, Κλινική EUROMEDICA κ.α) viii) Στρατιωτικής (Γ’ Σώμα Στρατού) ix) Διοικητική (Δημαρχείο, ΕΟΤ κ.α.) x) Κατοικίες (40 Εκκλησιές, Ευαγγελίστρια, Φοιτητικές εστίες ). Αυτή η ποικιλόμορφη συνύπαρξη έχει αρχίσει με την πάροδο του χρόνου να λαμβάνει χαρακτηριστικά μια ιδιάζουσας κεντρικότητας που βρήκε τον απαραίτητο ζωτικό χώρο έξω από τα ασφυκτικά όρια του Ιστορικού κέντρου. Κατά τον ίδιο τρόπο η έλλειψη συντονισμού, π.χ. της ανοικοδόμησης, έχει δημιουργήσει επιπλέον εντάσεις και προβλήματα σε τοπικό επίπεδο που θα δούμε στη συνέχεια.

β) Μείωση και κατακερματισμός ανοιχτού χώρου (δημόσιος & πράσινος χώρος)

Βλάστηση και πράσινοι χώροι στην περιοχή

Η σημερινή διάταξη των κτηρίων και η χωροθέτηση χρήσεων κατά το πρότυπο νησίδων, δεν ενθαρρύνει τη διασύνδεση και την ενσωμάτωση των ανοικτών χώρων στο ευρύτερο χωρικό σύνολο. Εν τω μεταξύ, οι φυσικοί φραγμοί (φράκτες, τοίχοι, βλάστηση κλπ.) περιμετρικά από τις διαμορφωμένες τοποθεσίες (ΔΕΘ, ΑΠΘ, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Αθλητικές Εγκαταστάσεις κ.λπ.) δεν επιτρέπουν την πρόσβαση στους πεζούς και αποτρέπουν περαιτέρω συνδέσεις με τους υπάρχοντες πράσινους & δημόσιους χώρους υπό τη μορφή δικτύου. Συνεπώς δεν δημιουργείται η εντύπωση ενός ενιαίου πράσινου χώρου, και το πράσινο σαν στοιχείο, αν και παρόν δεν έχει πρωταγωνιστικό ρόλο.

γ) Ροές οχημάτων και πεζών

Ροές κινητικότητας στην περιοχή

Ένα άλλο χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η τοπική γεωμορφολογία που στο συγκεκριμένο σημείο δημιουργεί ένα χαρακτηριστικό στένεμα ανάμεσα στον ορεινό όγκο και το δάσος του Σέιχ Σου και το παραλιακό μέτωπο. Παρατηρείται συνεπώς μια συγκέντρωση αυξημένων αστικών ροών κατά μήκος μιας σειράς από κύριους δρόμους που διασχίζουν την περιοχή αλλά και συγκοινωνούν / τέμνονται σε πολλά σημεία. Το οδικό δίκτυο της περιοχής επιβαρύνεται περιοδικά ή και σποραδικά από την κυκλοφορία οχημάτων και την εμφάνιση μποτιλιαρισμάτων. Ο ίδιος αυτός αυξημένος αριθμός οχημάτων δημιουργεί επιπλέον σοβαρά προβλήματα όσον αφορά τις ανάγκες στάθμευσης, τον αυξημένο χώρο που καταλαμβάνουν τα αυτοκίνητα σε βάρος του δημοσίου χώρου και του αστικού τοπίου κ.λπ.. Και προφανώς αυτή η αυξημένη παρουσία οδικής υποδομής έχει οδηγήσει στον περαιτέρω κατακερματισμό του τοπικού ιστού.

Αντίστοιχα, οι ροές πεζών, τόσο σε κάθετο όσο και σε οριζόντιο επίπεδο, παρουσιάζονται συχνά με σημαντικά εμπόδια που καθιστούν δύσκολη την πρόσβαση σε ορισμένες περιοχές ή μια ανεμπόδιστη συνεχή ροή. Οι λωρίδες ποδηλάτων επίσης είναι ελάχιστες και πλέον σε χείριστη κατάσταση. Οι δημόσιες συγκοινωνίες περιορίζονται αποκλειστικά στην κυκλοφορία λεωφορείων αλλά η μελλοντική προσθήκη της γραμμής του Μετρό αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τη δραστηριότητα και τη δυναμική της περιοχής.

δ) Τυπολογική ποικιλομορφία και έλλειψη αρχιτεκτονικής συνοχής