Επείγουσα η υλοποίηση του χωροταξικού σχεδιασμού για την υδατοκαλλιέργεια

Του Δημήτρη Διαμαντίδη

Η ιχθυοκαλλιέργεια αποτελεί έναν σημαντικό παραγωγικό κλάδο για την χώρα, ο οποίος διακρίνεται για την εξωστρέφεια του, αλλά βρίσκεται και στο «μικροσκόπιο» για τις πιθανές αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις της.

Οι επιπτώσεις των υδατοκαλλιεργειών στα παράκτια νερά απασχόλησαν πρόσφατη συνεδρίαση της Υποεπιτροπής Υδατικών Πόρων της Ειδικής Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Περιβάλλοντος της Βουλής, στην οποία συμμετείχαν εκπρόσωποι του κλάδου, ελεγκτικές αρχές, αλλά και ερευνητικοί φορείς.

Όπως επισήμανε στην συνεδρίαση η διευθύντρια έρευνας του Ινστιτούτου Αρχιπέλαγος Αναστασία Μήλιου, βασικές αιτίες της υποβάθμισης, που συνεχίζουν να προκαλούν οι υπερεντατικές πρακτικές ιχθυοκαλλιέργειας είναι η χρόνια άρνηση της ύπαρξης περιβαλλοντικών επιπτώσεων από την συγκεκριμένη βιομηχανία, αλλά και ο ανεπαρκής μηχανισμός ελέγχου και εφαρμογής, ο οποίος ουσιαστικά ενθαρρύνει τη μη-βιώσιμη ιχθυοκαλλιέργεια.

Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και ο προβληματικός τρόπος υπολογισμού της «φέρουσας ικανότητας» των μονάδων ιχθυοκαλλιέργειας (δηλ. πόσα ψάρια μπορούν να εκτραφούν στην κάθε περιοχή, σύμφωνα με το βάθος, τα ρεύματα κλπ).

Όπως απέδειξε έρευνα του Ινστιτούτου Αρχιπέλαγος σε πολλές περιπτώσεις καταγράφηκαν μονάδες μικρότερης δυναμικότητας από αυτή που ορίζει ο νόμος, να έχουν ήδη προκαλέσει δραματική υποβάθμιση στα οικοσυστήματα της περιοχής και με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο να εγκρίνεται η επέκταση των συγκεκριμένων μονάδων.

Παράλληλα όμως οι σχετικές Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που είχαν εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές, παρουσίαζαν μία εικόνα των επιπτώσεων πολύ διαφορετική από την πραγματικότητα.

Επίσης, η ελλιπής επίσημη χαρτογράφηση των λιβαδιών Ποσειδωνίας αφήνει απροστάτευτα αυτά τα θεμελιώδους σημασίας οικοσυστήματα, τόσο από τις πρακτικές ιχθυοκαλλιέργειας, όσο και γενικότερα από πολυάριθμες άλλες ανθρωπογενείς δραστηριότητες.

 

Να σημειωθεί ότι η παραγωγή της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας αυξήθηκε πέρσι κατά 4,7% και η αξία της κατά 2%, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί στα 555 εκατ. ευρώ.

Αντιστοίχως, σχεδόν κατά 10% αυξήθηκε και ο όγκος των εξαγωγών προϊόντων ιχθυοκαλλιέργειας, επιβεβαιώνοντας για άλλη μια χρονιά τον εξωστρεφή χαρακτήρα του κλάδου και την συνεισφορά του στο εμπορικό ισοζύγιο της χώρας και στο ΑΕΠ.

Ένα από τα μεγάλα προβλήματα του κλάδου είναι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην υλοποίηση του χωροταξικού σχεδιασμού για την υδατοκαλλιέργεια, δηλαδή η καθυστέρηση θέσπισης οργανωμένων θαλάσσιων εκτάσεων εντός των οποίων χωροθετούνται μονάδες υδατοκαλλιέργειας (ΠΟΑΥ).

Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Υδατοκαλλιέργειες θεσπίστηκε το 2011 και η καταληκτική ημερομηνία ίδρυσης των ΠΟΑΥ είναι τον Νοέμβριο του 2019.

Όπως έχει επισημάνει ο Σύνδεσμος Ελληνικών Θαλασσοκαλλιεργειών (ΣΕΘ) αν και έχουν περάσει 7 χρόνια από την υποβολή των πρώτων αιτήσεων για την ίδρυση ΠΟΑΥ, δεν έχει ιδρυθεί ούτε μια.

Αυτή την στιγμή ο κλάδος παράγει στο 95% της αδειοδοτημένης δυναμικότητας του και παρ' όλη την αυξανόμενη ζήτηση για τα προϊόντα ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας, αλλά και το επενδυτικό ενδιαφέρον, είναι εγκλωβισμένος στα γρανάζια της ελληνικής διοίκησης.

 

 

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.