Ευρωπαϊκή «υπερδύναμη» σε όρους φυσικού περιβάλλοντος η Ελλάδα

του Φίλιππου Α. Αραβανόπουλου*

Στην έξαρση της μακράς και πρωτοφανούς κοινωνικο-οικονομική κρίσης που βίωσε η χώρα μας (και που όλοι ευχόμαστε να είναι στο τέλος της), παγιώθηκε η πεποίθηση τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς, ότι η χώρα αποτελεί έναν αδύναμο κρίκο της διεθνούς οικονομίας. Ωστόσο αν αφήσουμε στην άκρη τους οικονομικούς δείκτες, το χρέος, το ΑΕΠ και τα σχετικά, και συζητήσουμε με όρους φυσικού περιβάλλοντος, τότε η χώρα μας είναι μια ευρωπαϊκή (και όχι μόνο) υπερδύναμη.

Μια συνοπτική αποτίμηση της βιοποικιλότητας, μας δείχνει αβίαστα τη σημασία της χώρας μας. Με έναν αριθμό ειδών λίγο κάτω από τις 58.000 (μεταξύ αυτών περισσότερα από 6.300 είδη φυτών), στην Ελλάδα απαντάται περισσότερο από το 30% των ειδών που συναντάμε στην Ευρώπη. Ένα σημαντικό μέρος των κύριων ειδών που συνθέτουν τα δασικά και άλλα χερσαία φυσικά οικοσυστήματα στον ευρωπαϊκό χώρο βρίσκεται στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα απαντάται περισσότερο από το 50% των ευρωπαϊκών ειδών φυτών και πτηνών, περισσότερο από το 40% των ευρωπαϊκών ειδών θηλαστικών και περισσότερο από το 70% των ευρωπαϊκών ερπετών.

Tο άλλο και βασικό επίπεδο βιοποικιλότητας, υποκείμενο της βιοποικιλότητας ειδών, είναι η βιοποικιλότητα των γονιδίων, ή αλλιώς η γενετική ποικιλότητα. Και στο επίπεδο αυτό, η Ελλάδα είναι μια μεγάλη δύναμη. Οι πληθυσμοί των δασικών ειδών στην Ελλάδα παρουσιάζουν πολύ υψηλή γενετική ποικιλότητα και παράλληλα πολύ υψηλή γενετική διαφοροποίηση σε σχέση με τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης σύμφωνα με μια εργασία που δημοσιεύτηκε στο υψηλού κύρους περιοδικό Science, ήδη το 2003. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εργασία που δημοσιεύσαμε το 2005 για τη γενετική ποικιλότητα της καστανιάς στην Ευρώπη. Πρόκειται για μια πολύ μεγάλη έρευνα που αφορά 82 πληθυσμούς καστανιάς (αναλύθηκαν περισσότερα από 2.100 δένδρα) από την Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία και Αγγλία, στους οποίους μελετήθηκε ένας μεγάλος αριθμός γονιδίων. όπως φαίνεται στο σχετικό σχήμα περίπου το ½ του εύρους της γενετικής ποικιλότητας της καστανιάς στην Ευρώπη βρίσκεται στον ελληνικό χώρο.

Τεκμαίρεται επομένως ότι η ποικιλότητα ειδών και η γενετική ποικιλότητα εμφανίζονται πολύ υψηλές στην Ελλάδα σε σχέση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο. Για την ποικιλότητα ειδών θα μπορούσε να διατυπωθεί η έστω απλουστευμένη παρατήρηση, ότι στην Ελλάδα η οποία καταλαμβάνει περίπου το 1,30% του Ευρωπαϊκού χώρου, απαντάται περισσότερο από το 31,50% των ευρωπαϊκών βιολογικών ειδών κατά μέσο όρο, δηλαδή στην Ελλάδα υπάρχουν 25 φορές περισσότερα βιολογικά είδη από ό,τι «θα αντιστοιχούσε» στην έκταση της χώρας. Παρόμοια εικόνα από άποψη τάξης μεγέθους υφίσταται και στο επίπεδο της γενετικής ποικιλότητας, αν και λόγω της πολυπλοκότητας και διαφορετικότητας των διαθέσιμων δεδομένων, δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν απλουστευμένα αριθμητικά στοιχεία.

Από τα παραπάνω συνάγεται η πολύ μεγάλη σημασία που έχει η προστασία των δασογενετικών πόρων, ιδιαίτερα σε μια χώρα που φιλοξενεί ένα σημαντικό μέρος της βιοποικιλότητας που συναντάμε στην Ευρώπη. Το κύριο βάρος αυτής της προστασίας στην ήπειρο μας, έχει το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Δασικών Γενετικών Πόρων (EUFORGEN) που δημιουργήθηκε το 1994 ως εφαρμογή της Διυπουργικής Διάσκεψης για την Προστασία των Δασών στην Ευρώπη (MCPFE, Ministerial Conference on the Protection of Forests in Europe) μιας διευρωπαϊκής πολιτικής διαδικασίας που ξεκίνησε το 1990 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Αν και η Ελλάδα έχει συμμετάσχει και συνυπογράψει τις αποφάσεις σε όλες τις Διυπουργικές Διασκέψεις, έγινε μέλος του Ευρωπαϊκό Προγράμματος Δασικών Γενετικών Πόρων μόλις το 2005 και σταμάτησε να είναι τακτικό μέλος το 2015, καθώς δεν κατέβαλε έκτοτε την εθνική συμμετοχή.

Από το 2010 γίνεται πλέον φανερό ότι η ολοκληρωμένη προστασία των δασικών γενετικών πόρων στη φύση δεν θα είναι εφικτή χωρίς ένα σύστημα τακτικής βιοπαρακολούθησης, στην προκειμένη περίπτωση γενετικής παρακολούθησης, δηλαδή της διερεύνησης των μεταβολών της γενετικής ποικιλότητας των δασών σε βάθος χρόνου. Η ανάγκη γενετικής παρακολούθησης προκύπτει καθώς οι περιβαλλοντικές καταπονήσεις των φυσικών οικοσυστημάτων εντείνονται και αναμένεται η ραγδαία αύξηση της σοβαρότητας τους μέχρι το τέλος του 21ου αιώνα, κυρίως ως αποτέλεσμα της επιτεινόμενης κλιματικής μεταβολής. Μάλιστα τα φαινόμενα αυτά αναμένονται ιδιαίτερα ισχυρά στο μεσογειακό χώρο καθώς προβλέπεται ο «εκρηκτικός» συνδυασμός αύξησης της θερμοκρασίας και μείωσης των βροχοπτώσεων που θα εξελίσσεται ενδεχομένως όχι με ομαλή μεταβολή, αλλά με παρουσία πολλών ακραίων συμβάντων. Σε πρακτικό επίπεδο, η εν δυνάμει αρνητική επίδραση των επιτεινόμενων περιβαλλοντικών καταπονήσεων στο δάσος, δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού πριν ενδεχομένως είναι πολύ αργά. Έτσι η γενετική παρακολούθηση καθίσταται σημαντική για την Ευρώπη (και για το λόγο αυτό το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα Δασικών Γενετικών Πόρων συνέστησε ειδική Ομάδα Εργασίας το 2011 στην οποία είχα την τιμή να προεδρεύω), αλλά ιδιαίτερα σημαντική για την Ελλάδα που αναμένεται να δεχθεί δυσανάλογα μεγάλο βάρος της διαφαινόμενης ισχυρής περιβαλλοντικής καταπόνησης.

Η εφαρμογή της γενετικής παρακολούθησης στην πράξη απαιτεί τον καθορισμό σχετικών πρωτοκόλλων και την επίλυση διάφορων επιστημονικών ζητημάτων που ανάγονται στις επιστήμες της γενετικής πληθυσμών και της γενετικής της διατήρησης. Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αντιληφθεί τη σημασία της προστασίας των δασικών γενετικών πόρων και της γενετικής παρακολούθησης και υποστηρίζει τη διεξαγόμενη έρευνα. Την περίοδο αυτή χρηματοδοτεί τρία σχετικά ερευνητικά έργα, τα: (1) «Πρόγραμμα Γενετικής Παρακολούθησης Ευρωπαϊκών Δασών», (2) «Βελτιστοποίηση της Διαχείρισης και Αειφόρου Χρήσης Δασικών Γενετικών Πόρων στην Ευρώπη» και (3) «Ενοποιημένη Έρευνα για την Αντοχή και Διαχείριση Δασών στη Μεσόγειο», στα οποία συμμετέχουν 44 συνολικά εταίροι από όλη την Ευρώπη. Η ερευνητική ομάδα από το Εργαστήριο Δασικής Γενετικής του ΑΠΘ, την οποία συντονίζω, είναι η μόνη που συμμετέχει και στα τρία παραπάνω ερευνητικά έργα, στο δε τελευταίο με συγχρηματοδότηση και από τη Γενική Διεύθυνση Ανάπτυξης, Προστασίας Δασών και Αγροπεριβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Η έρευνα αιχμής που διεξάγεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη γενετική παρακολούθηση και η εφαρμογή της στην προστασία και διαχείριση των δασών, απετέλεσαν τη θεματολογία της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης Δασικών Φορέων για τη Γενετική Παρακολούθηση και την Προστασία των Γενετικών Πόρων που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη την περίοδο 23-25 Οκτωβρίου 2017.

Στη συνάντηση συμμετείχαν περισσότεροι από 60 εκπρόσωποι φορέων, ερευνητικών ιδρυμάτων και πανεπιστημίων από 15 ευρωπαϊκές χώρες και τρεις διεθνείς οργανισμούς (EFI, BIOVERSITY-EUFORGEN, ICRAF). Μεταξύ αυτών Καθηγητές Πανεπιστημίου, Διευθυντές Ερευνητικών Ινστιτούτων, Διευθυντές Έρευνας Εθνικών Ερευνητικών Ιδρυμάτων, καθώς και υψηλόβαθμα στελέχη Διεθνών Οργανισμών, Δασικών Υπηρεσιών και Υπουργείων Ευρωπαϊκών Χωρών που σχετίζονται με την προστασία της βιοποικιλότητας και ιδιαιτέρως των δασικών γενετικών πόρων στην Ευρώπη.

Τα συμπεράσματα της συνάντησης αυτής εστιάζονται: (1) στην αδήριτη ανάγκη για ακόμα περεταίρω προστασία των δασικών γενετικών πόρων στην Ευρώπη και ιδιαίτερα στο μεσογειακό χώρο, (2) στην ανάγκη συνέχισης της έρευνας για την ανάπτυξη πρωτοκόλλων γενετικής παρακολούθησης δασών στην Ευρώπη, (3) στην ανάγκη άμεσης και αναλυτικής καταγραφής της κατάστασης της γενετικής ποικιλότητας σε προστατευόμενους πληθυσμούς έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα σημείο αναφοράς για τη γενετική παρακολούθηση στο μέλλον, καθώς και (4) στην ανάγκη ανάπτυξης σχετικών δράσεων όχι μόνο σε ευρωπαϊκό αλλά και σε εθνικό επίπεδο, έτσι ώστε να παγιωθεί μια διαδικασία όχι μόνο «εκ των άνω προς τα κάτω» (Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς Κράτη-Μέλη), αλλά και «εκ των κάτω προς τα άνω» (Κράτη Μέλη προς Ευρωπαϊκή Επιτροπή).

Η διαδικασία της προστασίας των δασικών γενετικών πόρων και της γενετικής παρακολούθησης αυτών, είναι μακροχρόνια, επίπονη και επιβάλει τη συνδρομή και συνεργασία ερευνητικών ομάδων και δασικών υπηρεσιών σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Ωστόσο, η αρχή έχει γίνει και ενίοτε η αρχή είναι το ήμισυ του παντός!

*Ο Φίλιπππος Α. Αραβανόπουλος είναι καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης-Πρόεδρος του Επιστημονικού Συμβουλίου του ΕΛΓΟ-Δήμητρα

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.