Η «απάτη του αιώνα» με το εμπόριο ρύπων

Χαρακτηρίστηκε ως η απάτη του αιώνα. Οχι άδικα, αν αναλογιστεί κανείς ότι στοίχισε στους Ευρωπαίους φορολογούμενους αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ. Συμμετείχαν στελέχη τραπεζικών κολοσσών, όπως η γερμανική Deutsche Bank, δικηγόροι και επιχειρηματίες, υψηλόβαθμα στελέχη αστυνομικών αρχών της Ε.Ε. και η ιδιοκτήτρια ενός πιάνο μπαρ στη Μασσαλία με το ψευδώνυμο «Μασσαλιώτιδα». Βρήκαν παράθυρο στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων ρύπων, ένα πρωτότυπο μηχανισμό που έθεσε, το 2005, σε πιλοτική εφαρμογή η Κομισιόν για τον περιορισμό των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. O μηχανισμός υποχρέωνε τις ρυπογόνες βιομηχανίες να αγοράζουν δικαιώματα εκπομπών για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα που παρήγαγαν, ενώ όσες επιχειρήσεις είχαν πλεονάζουσες μονάδες μπορούσαν να τις μεταπωλούν σε τιμές που καθορίζονταν από ευρωπαϊκά χρηματιστήρια ρύπων. Μέσω μιας αλυσίδας εικονικών αγοραπωλησιών, στην οποία παρεμβάλλονταν εταιρείες - φαντάσματα και πλαστά τιμολόγια, οι πρωταγωνιστές της απάτης κατάφεραν να κλέψουν από τις ευρωπαϊκές φορολογικές αρχές ΦΠΑ αξίας 5 δισ. ευρώ. Η υπόθεση άρχισε να αποκαλύπτεται το διάστημα 2009 - 2010 σε μια σειρά από ευρωπαϊκές χώρες ανάμεσα στις οποίες η Γερμανία, η Αγγλία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Ιταλία. Οι δίκες των κατηγορουμένων για συμμετοχή στην απάτη βρίσκονται μέχρι σήμερα σε εξέλιξη.

Η «Κ» συμμετείχε τους τελευταίους μήνες σε μια πανευρωπαϊκή έρευνα, που συντόνισε ο γερμανικός, μη κερδοσκοπικός δημοσιογραφικός οργανισμός «CORRECTIV» με θέμα την απάτη στην αγορά του διοξειδίου του άνθρακα και τη συνεχιζόμενη, έως σήμερα, κλοπή του ΦΠΑ μέσω εικονικών, ενδοκοινοτικών συναλλαγών, γνωστή ως μέθοδος «Καρουζέλ» ή «απάτη του εξαφανισμένου εμπόρου».

Το πρώτο σκέλος της έρευνας δημοσιεύεται σήμερα υπό τον τίτλο «Ευρώπη, η μεγάλη κλοπή» ή «Grand Theft Europe», που αποτελεί παράφραση του τίτλου του γνωστού βίντεο γκέιμ «Grand Theft Auto». Συμμετείχαν 63 δημοσιογράφοι από 35 δημοσιογραφικούς οργανισμούς όλων των κρατών - μελών, τη Νορβηγία και την Ελβετία. Το ύψος των διαφυγόντων φόρων υπολογίστηκε στο ιλιγγιώδες ποσό των 50 δισ. ευρώ ετησίως. Για τις ανάγκες της έρευνας απαιτήθηκε η επεξεργασία 300.000 σελίδων με διαβαθμισμένα έγγραφα, ανάμεσα στα οποία οι απόρρητοι φάκελοι ερευνών της Εισαγγελίας του Μιλάνου και της Φρανκφούρτης, τηλεφωνικές συνομιλίες υπόπτων, όπως επίσης τιμολόγια και αποδεικτικά συναλλαγών της Deutsche Bank.

Η εφημερίδα «Καθημερινή» μελέτησε το υλικό της διαρροής και σήμερα παρουσιάζει το πρώτο σκέλος της έρευνάς της: τα ελληνικά ίχνη της απάτης στην ευρωπαϊκή αγορά ρύπων.

Το εμπόριο ρύπων

Το σύστημα εμπορίας ρύπων τέθηκε σε ισχύ στην Ευρώπη και την Ελλάδα το 2005 και η πρώτη, πιλοτική περίοδος εφαρμογής του ολοκληρώθηκε το 2007. «Πρόκειται για τον ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής της Ε.Ε. για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής μέσω της μείωσης των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου» αναφερόταν στο κείμενο της οδηγίας 2003/87/ΕΚ με τίτλο «Σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου».

Γράφημα: Νότης Ρήγας/ Ατελιέ «Κ»

Σε πανευρωπαϊκή κλίμακα στο μηχανισμό συμμετείχαν 11.000 ρυπογόνες μονάδες. Στην Ελλάδα ο αριθμός τους ήταν περίπου 100. Εκτός των ηλεκτροπαραγωγών (π.χ. ΔΕΗ) δικαιώματα εκπομπών αγόραζαν και πωλούσαν τσιμεντοβιομηχανίες, κεραμοποιίες, ασβεστοποιίες και γενικά βιομηχανίες και επιχειρήσεις που ήταν συνδεδεμένες με τον κατασκευαστικό κλάδο. Κάθε μια απ’ αυτές υπέβαλλε στο υπουργείο Περιβάλλοντος μελέτη, στην οποία έκανε πρόβλεψη για την παραγωγή της επόμενης χρονιάς και την ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα που κατ’ εκτίμηση θα εξέπεμπε. Η κατανομή των δικαιωμάτων γινόταν επί τη βάσει των προβλέψεών τους.

Όμως, η βαθιά οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα και ιδιαίτερα τον κατασκευαστικό τομέα περιόρισε τον κύκλο εργασιών τους και δημιούργησε πλεόνασμα δικαιωμάτων ρύπων, το οποίο εξαγόταν σε ρυπογόνες εταιρείες στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Τη μεταπώληση των δικαιωμάτων ανέλαβαν περιβαλλοντικές εταιρείες σε Ελλάδα και το εξωτερικό εισπράττοντας προμήθεια επί του τζίρου. Εν γνώση τους ή όχι, ορισμένες απ’ αυτές συμμετείχαν στην αλυσίδα της απάτης, όπως για πρώτη φορά αποκαλύπτει η έρευνα της εφημερίδας «Καθημερινή» σε συνεργασία τη γερμανική ομάδα «CORRECTIV».

Η απάτη τύπου «καρουζέλ» έχει ως αφετηρία της την απαλλαγή των ενδοκοινοτικών συναλλαγών από το ΦΠΑ. Στην αλυσίδα των συναλλαγών μπορούν να εμπλέκονται περισσότεροι του ενός έμποροι, σε περισσότερες από μια χώρες. Στο τέλος, ένας απ’ αυτούς πωλεί τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αγόρασε από άλλη ευρωπαϊκή χώρα, στην εγχώρια -τελική- αγορά. Σ’ αυτήν πρέπει να καταβάλλει τον Φ.Π.Α. που αναλογεί στη συναλλαγή. Αντ’ αυτού ωστόσο, δεν τον καταβάλει και εξαφανίζεται μετά την συναλλαγή. Οι αγοραστές ζητούν την επιστροφή του ΦΠΑ από τον κρατικό προϋπολογισμό, ο οποίος και τους επιστρέφεται. Έτσι το κράτος της τελικής συναλλαγής καταβάλλει επιστροφές χωρίς καν να έχει εισπράξει ΦΠΑ.

Η Guardia di Finanza και η οδός Μεγίστης

Στις έρευνες για την υπόθεση πήραν μέρος οι διωκτικές και δικαστικές αρχές αρκετών ευρωπαϊκών κρατών, όπως επίσης η ευρωπαϊκή αστυνομική υπηρεσία Europol. H τελευταία είχε επισημάνει ότι αφορμή για να αποκαλυφθεί η απάτη υπήρξε μια άνευ προηγουμένου αύξηση των συναλλαγών στα χρηματιστήρια ρύπων της Ε.Ε. Ανάμεσα στις υπηρεσίες που ανέλαβαν να διαλευκάνουν την απάτη ήταν η ιταλική Guardia di Finanza και η εισαγγελία του Μιλάνου. Στα έγγραφα των Ιταλικών αρχών αποκαλύπτεται ότι στις εταιρείες - βιτρίνες που συστάθηκαν με μοναδικό σκοπό την κλοπή του ΦΠΑ από αγοραπωλησίες δικαιωμάτων ρύπων συγκαταλέγονται τρεις, με παράρτημα στην Καλλιθέα.

Πρόκειται για τις FX Capital Sources, FDM Corporation και FEDFIRST Finance, οι οποίες είχαν όλες ως έδρα τους την οδό Αυλώνος στη Λευκωσία και υποκατάστημα στην οδό Μεγίστης στην Καλλιθέα. Στη μεν οδό Αυλώνος βρίσκεται μια δικηγορική εταιρεία, στα γραφεία της οποίας έγινε, την περίοδο των ερευνών, έφοδος από την κυπριακή αστυνομία μετά από αίτημα συνδρομής των Ιταλών. Στην οδό Μεγίστης στην Καλλιθέα αντίθετα, στη θέση του ελληνικού παραρτήματος των εταιρειών βρίσκεται, σήμερα, ένα σούπερ μάρκετ.

Ο ρόλος των εταιρειών στην απάτη των 5 δισ. ευρώ περιγράφεται σε έγγραφο της εισαγγελίας του Μιλάνου: «προχωρούν σε εικονική πώληση των δικαιωμάτων ρύπων που έχουν προηγουμένως αγοράσει και εισπράττουν από το Δημόσιο ή από εταιρείες που επίσης δραστηριοποιούνται στην αγορά του διοξειδίου του άνθρακα το ΦΠΑ, που προβλέπεται σε μια κανονική συναλλαγή. Μεταφέρουν στη συνέχεια τα χρήματα σε φορολογικούς παραδείσους στο εξωτερικό».

Ο εκπρόσωπος της μιας από τις τρεις, Γάλλος υπήκοος, το 2010 εξέδωσε εικονικά τιμολόγια αξίας ούτε λίγο ούτε πολύ 143 εκατομμυρίων ευρώ, κλέβοντας ΦΠΑ 28,6 εκατ. ευρώ.

Το υπουργείο Οικονομικών της Κύπρου σε έγγραφό του με ημερομηνία Ιούλιος 2012 επιβεβαίωσε την εικονικότητα των συναλλαγών επισημαίνοντας ότι οι εταιρείες «δεν διατηρούσαν κατάστημα ή γραφείο στην Κύπρο».

Έντονο ελληνικό ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συνέχεια της έρευνας. Από έγγραφα της διαρροής διαπιστώνεται ότι οι παραπάνω εταιρείες κελύφη δέχονταν εμβάσματα και εξέδιδαν τιμολόγια για λογαριασμό μιας άλλης ομάδας διασυνδεδεμένων εταιρειών: της ιταλικής ICASCO, της ισπανικής SENDECO και της Αυστριακής Climate Corporation, που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.

Οι δύο πρώτες συνδέονται απόλυτα μεταξύ τους καθώς επικεφαλής τους υπήρξε ο 40χρονος Ιταλός Pietro Valaguzza, που κατηγορήθηκε για συμμετοχή στην απάτη. Η ICASCO συστάθηκε τον Οκτώβριο του 2009 και το 2010 είχε προλάβει να πραγματοποιήσει εικονικές αγοραπωλησίες δικαιωμάτων ρύπων αξίας 400 εκατομμυρίων ευρώ. Ιχνη των χρημάτων βρέθηκαν σε Κύπρο και Χονγκ Κονγκ.

Ο Έλληνας «μεσίτης»

Στο πλαίσιο της έρευνας, Ιταλοί αξιωματούχοι έκαναν άρσεις απορρήτου και κατέγραψαν τις τηλεφωνικές συνομιλίες μιας 38χρονης υπαλλήλου της SENDECO. Ανάμεσα στα πρόσωπα με τα οποία είχε τακτικές επικοινωνίες ήταν κι ένας Ελληνας μηχανικός που αγόραζε δικαιώματα ρύπων από την Ελλάδα και τα μεταπωλούσε στην Ιταλία. Η 38χρονη είχε αρκετές συνομιλίες μαζί του, στις οποίες συζητούσαν για μεταφορές εμβασμάτων και αγοραπωλησίες δικαιωμάτων.

Μεγαλύτερο, όμως, ενδιαφέρον έχει συνομιλία της με μια γυναίκα ονόματι Gabriella που κατεγράφη στα τέλη του 2010. Σ’ αυτήν, οι δύο γυναίκες επιχαίρουν για το γεγονός ότι η ιταλική υπηρεσία τελωνείων και οι ελληνικές φορολογικές αρχές δεν κατάφεραν να εντοπίσουν εμπλοκή των ιδίων και του Ελληνα συνεργάτη τους στην κλοπή φόρου.

«Πήρα να σου πω τα ευχάριστα. Σωθήκαμε! Τα τελωνεία δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτα», ακούγεται να λέει η 38χρονη. Η γυναίκα με την οποία συνομιλεί απαντά:

«Ασε μη λες πολλά γιατί όποτε ανοίγεις το στόμα σου κάτι συμβαίνει».Πράγματι, μερικά εικοσιτετράωρα αργότερα, η υπάλληλος της SENDECO δέχεται τηλεφώνημα από άνδρα με μικρό όνομα Stefano. Την ενημερώνει ότι βρίσκονται σε κίνδυνο καθώς οι ιταλικές αρχές έχουν μπλοκάρει τους λογαριασμούς τους και την προτρέπει να ζητήσει από τον Ελληνα μεσίτη (broker) να μεταφέρουν τα δικαιώματα ρύπων στο Ελληνικό μητρώο.

Stefano: «Πρέπει να κινηθούμε με ταχύτητα φωτός».

38χρονη: «Τον παίρνω τηλέφωνο αμέσως».

Δύο χρόνια αργότερα, ανακρινόμενη από αστυνομικούς της Guardia di Finanza για τις σχέσεις της με τον Ελληνα απάντησε ως εξής: «είναι μηχανικός, τεχνικός σύμβουλος σε βιομηχανίες. Eίναι επίσης ιδιοκτήτης δύο εταιρειών, η μια στην Ιταλία και η δεύτερη στην Ελλάδα, που δραστηριοποιούνταν στο εμπόριο διοξειδίου του άνθρακα». Ακόμα, επιβεβαίωσε ότι μεταπωλούσε στην εταιρεία SENDECO δικαιώματα εκπομπών, που αγόραζε από ρυπογόνες βιομηχανίες στην Ελλάδα.

Ύποπτες διαδρομές μέσω Αυστρίας

Πολλά από τα πλεονάζοντα στην Ελλάδα δικαιώματα εκπομπών κατέληξαν στην αυστριακή εταιρεία Climate Corporation. Στα πάνω από 300.000 έγγραφα της διαρροής υπάρχουν αποδεικτικά συναλλαγών ανάμεσα σε ελληνικές επιχειρήσεις και την Climate Corp.

Τον Αύγουστο του 2009, για παράδειγμα, μια κεραμοποιία στη Λάρισα πούλησε 5.000 δικαιώματα στην Climate Corp. με τιμή 14,2 ευρώ για κάθε τόνο διοξειδίου του άνθρακα. Το ύψος της συναλλαγής ήταν 71.000 ευρώ. Τις ίδιες μέρες ασβεστοποιία στη Δυτική Αττική πούλησε στην αυστριακή εταιρεία 10.000 πλεονάζοντα δικαιώματα και εισέπραξε 140.000 ευρώ.

Ρόλο ενδιάμεσου στο εμπόριο ρύπων μεταξύ Ελλάδας και Αυστρίας έπαιζε περιβαλλοντική εταιρεία με έδρα της στο κέντρο της Αθήνας. Στα έγγραφα της διαρροής υπάρχει υπογεγραμμένο συμφωνητικό, στο οποίο αναφέρεται ότι η Climate Corporation αναλαμβάνει τις αγοραπωλησίες δικαιωμάτων για λογαριασμό της ελληνικής εταιρείας.

Τον Απρίλιο του 2010 η αστυνομία έκανε έφοδο στα γραφεία της Climate Corp. Κατασχέθηκαν 13 σκληροί δίσκοι με εκατομμύρια email που είχαν ανταλλαγεί το διάστημα από τον Ιούλιο του 2007 ως τον Απρίλιο του 2010. Σ’ αυτό το διάστημα η αυστριακή εταιρεία αγόρασε και πούλησε πάνω από 10 εκατ. δικαιώματα εκπομπών κάθε μήνα, ενώ η εταιρεία είχε εισπράξει προμήθειες 3, 3 εκατομμυρίων ευρώ.

Στους μεγαλύτερους πελάτες της συγκαταλέγονται οι MP Solutions FZE και Eucalyptus Worldwide Ltd, που και οι δύο είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή απάτη στο ΦΠΑ. Παρόμοιες εμπορικές σχέσεις είχε με την ισπανική εταιρεία Saman Solutiones, της οποίας ο βασικός μέτοχος συνελήφθη στον Παναμά, όπως και με τον Μοχάμεντ Φαχίμ, που συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Βιέννης, ως ο εγκέφαλος του γερμανικού καρουζέλ.

Από την έρευνα της εισαγγελίας της Φρανκφούρτης διαπιστώθηκε ότι η Climate Corporation, είχε δεχθεί πληρωμές 240 εκατομμυρίων ευρώ απο εταιρεία στη Νέα Ζηλανδία, που κατάφερνε να εισπράττει επιστροφές φόρου που ο κύκλος εργασιών της δεν δικαιολογούσε. Μόλις ξέσπασε το σκάνδαλο, η Αγγλία και αρκετές ακόμα χώρες υιοθέτησαν αντίμετρα. Αντέστρεψαν τον μηχανισμό είσπραξης του ΦΠΑ με τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η εξαφάνιση του εμπόρου μετά την επιστροφή σ’ αυτόν του ΦΠΑ. Αμέσως μετά, ο τζίρος της Climate Corporation περιορίστηκε στα 1,6 εκατομμύρια.

Συνολικά, 6 ελληνικές εταιρείες πούλησαν στην Αυστριακή εταιρεία δικαιώματα εκπομπών. Η μόνη ρυπογόνος μονάδα που αγόρασε και δεν πούλησε δικαιώματα στην Climate Corporation ήταν μια ασβεστοποιία της Αττικής. Απαντώντας στα ευρήματα της πανευρωπαϊκής δημοσιογραφικής έρευνας, η αυστριακή εταιρεία διευκρίνισε ότι ουδέποτε υπήρξε αντικείμενο τακτικής ανάκρισης, ούτε οι μέτοχοί της παραπέμφθηκαν σε δίκη. Της επιβλήθηκε πρόστιμο ύψους 4 εκατομμυρίων ευρώ και εκκρεμεί προσφυγή κατά της απόφασης στο ευρωπαϊκό δικαστήριο.

Πηγή: Εφημερίδα «Καθημερινή»

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.