Ισχυρή αύξηση στην καλλιέργεια αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών το 2017

του Νίκου Αβουκάτου

Τεράστιο είναι το ενδιαφέρον που επιδεικνύουν τόσο οι παραγωγοί όσο και οι εταιρείες για την καλλιέργεια και την αξιοποίηση των αρωματικών και φαρμακευτικών φυτών (ΑΦΦ), όπως προέκυψε από το συνέδριο της Ελληνικής Εταιρείας της Επιστήμης των Οπωροκηπευτικών (ΕΕΕΟ), που συνδιοργανώνεται με το Τμήμα Γεωπονίας του ΑΠΘ, στη Θεσσαλονίκη.

Η Ελλάδα μπορεί να διαθέτει ένα εξαιρετικό ανάγλυφο με μοναδική χλωρίδα 6.500 φυτικών ειδών, ωστόσο προκαλεί μεγάλη εντύπωση ότι οι ελληνικές εξαγωγές ΑΦΦ στην Ευρώπη βρίσκονται μόλις στο 0,1%, τη στιγμή που στη γειτονική Αλβανία το ποσοστό ανέρχεται στο 4% και στην Βουλγαρία είναι περίπου στο 5%.

Η Ελένη Μαλούπα, Διευθύντρια του Ινστιτούτου Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων του ΕΛΓΟ- ΔΗΜΗΤΡΑ, κατά την εισήγηση της, με θέμα «Από την εφαρμοσμένη έρευνα στην οικονομική ανάπτυξη: η περίπτωση των Αρωματικών και Φαρμακευτικών φυτών», επισήμανε ότι «οι προοπτικές των ελληνικών ΑΦΦ μπορούν να δημιουργήσουν προϊόντα προστιθεμένης αξίας. Άρα πρέπει να δούμε όχι μόνο την καλλιέργεια αλλά και την επένδυση. Για αυτό χρειάζεται η επάρκειά τους και το πολλαπλασιαστικό υλικό».

Η κα. Μαλούπα κάλεσε το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να ξεκινήσει άμεσα την υλοποίηση και εφαρμογή του στρατηγικού σχεδίου για την καλλιέργεια των ΑΦΦ. Όπως ανέφερε, με ορίζοντα πέντε ετών, χρειάζεται σε όλη τη χώρα οι τοπικές ποικιλίες ΑΦΦ να εγγράφουν σε ένα τοπικό κατάλογο, ανάλογα με τη γεωγραφική τους θέση, ώστε να χαρακτηριστούν μορφολογικά και ποιοτικά, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί και ως ένδειξη της πιστοποίσής τους.

«Χρειαζόμαστε πρώτη ύλη και η κερδοφορία προϋποθέτει καινοτομία, μεταποίηση και παραγωγή. Η ποιότητα και η ασφάλεια προσδίδουν προστιθέμενη αξία. Στόχος μας είναι να δημιουργηθούν clusters για ΑΦΦ από τον επόμενο χρόνο με τη δικτύωση ιδιωτικών φορέων, ερευνητικών και δημόσιων φορέων, ώστε να δώσουμε στην Ελλάδα αυτό που της αξίζει», πρόσθεσε η ίδια.

Αναφέρθηκ, μάλιστα,ε στις προτεραιότητες που καθορίστηκαν από το στρατηγικό σχέδιο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και παρουσίασε παραδείγματα καλής εφαρμοσμένης έρευνας για την αξιοποίηση τριών ειδών ελληνικής χλωρίδας: το μελισσόχορτο, το δίκταμο και το κρίταμο. Ένα από τα αποτελέσματα ήταν η παράδοση εκχυλίσματος δίκταμου στην εταιρεία «ΚΟΡΡΕΣ».

Όσον αφορά το κρίταμο, η κα. Μαλούπα έκανε λόγο για ένα ιδιαίτερα σημαντικό φυτικό είδος, με εμπορική αξιοποίηση όχι μόνο στη βιομηχανία τροφίμων, αλλά και στις εταιρείες καλλυντικών. «Είμαστε οι πρώτοι στην Ευρώπη που επιτύχαμε να πείσουμε να καλλιεργήσουν μεγάλες εταιρείες σημαντικές καλλιέργειες κρίταμου», συμπλήρωσε.

Στην Ελλάδα καλλιεργούνται σήμερα πάνω από 350 στρέμματα κρίταμου και εκτιμάται ότι θα φθάσει τα 500 στρέμματα.

Η εικόνα για το 2017

Λόγω της οικονομικής κρίσης και της ζήτησης που ξεκίνησε κυρίως από το 2014, η καλλιέργεια ΑΦΦ αναπτύσσεται με γοργούς ρυθμούς. Για το 2017, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις αναμένεται να φθάσουν τα 44.000 στρέμματα, έναντι των 29.000 στρ. το 2016, εκτίμησε η Κατερίνα Γρηγοριάδου, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Γενετικής Βελτίωσης και Φυτογενετικών Πόρων του ΕΛΓΟ - ΔΗΜΗΤΡΑ, στην ομιλία της με θέμα «Για την πρωτογενή παραγωγή αρωματικών / φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα: καινοτομία, προβλήματα και προοπτικές».

Η κα. Γρηγοριάδου παρουσίασε τη στρεμματική κατάσταση των σημαντικότερων ειδών ΑΦΦ. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, η καλλιέργεια της ρίγανης, τα τελευταία δύο χρόνια, δεν περιορίζεται πλέον μόνο στη περιοχή της Μαυρούδας, στη Θεσσαλονίκη, αλλά επεκτείνεται και σε περιοχές της Θεσσαλίας. Αύξηση παρατηρείται στις καλλιεργήσιμες εκτάσεις του μελισσόχορτου, ενώ η λεβάντα, η οποία καλλιεργείται κυρίως στα Γρεβενά, αναμένεται ότι θα φθάσει τα 12.000 στρέμματα. Στον Έβρο θα φυτευτούν 4.000 στρέμματα λεβάντας και μελισσόχορτου.

Το τσάι του βουνού παρουσιάζει ανοδική πορεία με τη καλλιέργειά του να βρίσκεται πάνω από τα 4.200 στρέμματα. Από το 2016, εντυπωσιακή είναι η καλλιέργεια του τριαντάφυλλου στην Κοζάνη. Ακόμη, το κρίταμο ξεπερνά τα 1.600 στρέμματα, ενώ σημαντικό ενδιαφέρον παρουσιάζει, πλέον, για τους παραγωγούς η καλλιέργεια του δίκταμου.

Αναφερόμενη στα προβλήματα της καλλιέργειας των ΑΦΦ, η κα. Γρηγοριάδου  υπογράμμισε ότι χρειάζεται ένα πιστοποιημένο πολλαπλασιαστικό υλικό για το κάθε είδος που θα εξασφαλίζει σιγουριά στους παραγωγούς. «Το περισσότερο πολλαπλασιαστικό υλικό που κυκλοφορεί στην Ελλάδα είναι αδήλωτο», υποστήριξε, λέγοντας ότι το Ινστιτούτο καλύπτει το κενό που παρουσιάζεται με πολλαπλασιαστικό υλικό μέσα από ένα οργανωμένο τρόπο συλλογής και αναπαραγωγής τους.

Εξήγησε, δε, ότι «οι προοπτικές είναι να αυξήσουμε τα καλλιεργούμενα εδάφη, χωρίς αυτά δεν θα υπάρξει ο μοχλός ανάπτυξης για τα ΑΦΦ. Η ελληνική χλωρίδα αποτελεί την καινοτομία για εμάς. Υπάρχουν πολλά είδη και αυτά είναι το βασικό μας όπλο».

«Χρειάζεται να πείσουμε τους παραγωγούς να εισάγουμε τα σωστά είδη με το πολλαπλασιαστικό υλικό, να υπαρξουν πρωτόκολλα καλλιεργειών, να ιδρυθούν μονάδες μεταποίησης υψηλής τεχνολογίας και βέβαια να γίνει η υλοποίηση της εθνικής στρατηγικής για τα ΑΦΦ», κατέληξε η ίδια.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.