Οι περιοχές Natura επί (νέου) τάπητος

Ολα ξεκίνησαν για τους λάθος λόγους, όπως συνήθως. Στα μέσα του 2000 το (τότε) υπουργείο ΠΕΧΩΔΕ ίδρυσε τον πρώτο φορέα για τη διαχείριση προστατευόμενης περιοχής στη Ζάκυνθο, λίγο μετά την παραπομπή της χώρας στο Ευρωδικαστήριο για την αδυναμία ή/και απροθυμία της πολιτείας να προστατεύσει τις περιοχές ωοτοκίας της καρέτα καρέτα. Ακολούθησαν το 2002 ο φορέας για την περιοχή Σχινιά-Μαραθώνα, μετά τη δικαστική διαμάχη για τη χωροθέτηση του ολυμπιακού κωπηλατοδρομίου και άλλοι 25 φορείς. Ακριβώς είκοσι χρόνια μετά, οι (36 πλέον) φορείς διαχείρισης πρόκειται να καταργηθούν, μέσα από μια συνολική αναμόρφωση του συστήματος.

Δύο είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της νέας δομής, όπως περιγράφονται στο σχέδιο νόμου που έδωσε σε διαβούλευση το υπουργείο Περιβάλλοντος. Κατ’ αρχάς, δημιουργείται μια νέα κεντρική δομή, ο Οργανισμός Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), που υπάγεται απευθείας στο υπουργείο. Ο Οργανισμός αυτός αναλαμβάνει σε κεντρικό επίπεδο την επιστημονική και διοικητική υποστήριξη του συστήματος προστατευόμενων περιοχών, εκπονεί και παρακολουθεί την εθνική πολιτική και τα σχέδια δράσης. Ο Οργανισμός χωρίζεται σε δύο τομείς (βόρειου και νότιου τομέα) και σε 24 μονάδες διαχείρισης, στις οποίες θα συγχωνευθούν οι σημερινοί 36 φορείς διαχείρισης.

Οι μονάδες θα ασχολούνται με το επιστημονικό έργο και με την ενημέρωση/ευαισθητοποίηση των τοπικών κοινωνιών. Η κάθε μονάδα θα συνεπικουρείται από μία ή περισσότερες τοπικές επιτροπές συμβουλευτικού χαρακτήρα, στην οποία θα συμμετέχουν επιστήμονες και εκπρόσωποι της Αυτοδιοίκησης, περιβαλλοντικών οργανώσεων και παραγωγικών φορέων.

Οσον αφορά τους πόρους για τη χρηματοδότηση του νέου συστήματος (που ήταν και ένα από τα βασικά ζητούμενα την τελευταία εικοσαετία) θα χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ενώ έσοδα μπορούν να προέλθουν από ευρωπαϊκά προγράμματα, από ήπιες εμπορικές δραστηριότητες (λ.χ. πώληση τουριστικών ειδών), από ποσοστό των εισπράξεων από τις άδειες θήρας, από εισιτήριο όπου υπάρχει (λ.χ. Σαμαριά).

Ως προς το προστατευόμενο αντικείμενο, οι περιοχές Natura θα χωρίζονται σε τέσσερις ζώνες κλιμακούμενης προστασίας (από τον πυρήνα έως την περιφερειακή ζώνη), σε καθεμία από τις οποίες αντιστοιχούνται συγκεκριμένες χρήσεις γης. Το υπουργείο απέσυρε την Τετάρτη την πρόβλεψη περί εξορυκτικών δραστηριοτήτων στους πυρήνες, ωστόσο τη διατήρησε σε όλες τις υπόλοιπες ζώνες, παράλληλα με άλλες ασύμβατες χρήσεις.

Πώς αποτιμάται λοιπόν η πρόταση του υπουργείου από ανθρώπους που τα τελευταία χρόνια παρακολουθούν ή εμπλέκονται στη διαχείριση των περιοχών αυτών; «Εχω επιφυλάξεις ως προς ορισμένα σημεία», λέει στην εφημερίδα «Καθημερινή» η Ιφιγένεια Καγκάλου, καθηγήτρια Οικολογίας Υδάτινων Οικοσυστημάτων στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρος του φορέα της λίμνης Κάρλας τα τελευταία 10 χρόνια. «Υπήρχαν πολλές δυσλειτουργίες στο σύστημα. Οι φορείς ακροβατούσαμε ανάμεσα στον ρόλο μιας περιβαλλοντικής οργάνωσης και ενός κρατικού φορέα. Επιπλέον, επί δύο δεκαετίες δεν είχαν δοθεί τα απαραίτητα εργαλεία στους φορείς για να ασκήσουν το έργο τους, υπήρξε ολιγωρία. Η δημιουργία ενός κεντρικού φορέα έχει κάποια πλεονεκτήματα, όπως το ότι θα λυθεί το χρηματοδοτικό πρόβλημα και θα υπάρξει οργανωτική και διοικητική υποστήριξη. Εχω όμως επιφυλάξεις για την αυτοτέλεια και την ευελιξία των νέων “μονάδων” σε σχέση με τους φορείς διαχείρισης. Για παράδειγμα, αν θα είναι σε θέση να γνωμοδοτήσουν αρνητικά σε ένα έργο, ή θα υποκύπτουν στις πιέσεις των ανωτέρων τους. Νομίζω ότι η κατάργηση των φορέων αποφασίστηκε πρόχειρα».

«Επί της αρχής δεν είναι προβληματικό», εκτιμά η Θεοδότα Νάντσου, υπεύθυνη περιβαλλοντικής πολιτικής στην οργάνωση WWF. «Οι φορείς είχαν όντως μεγάλο διοικητικό φόρτο, επομένως η κεντρική διαχείριση είναι καλή ώστε οι μονάδες να ασχολούνται μόνο με το επιστημονικό έργο. Πρέπει, ωστόσο, να δούμε πώς θα στελεχωθεί και θα λειτουργήσει ο ΟΦΥΠΕΚΑ. Οσον αφορά τις χρήσεις γης, επί της αρχής είναι καλό να υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα, ώστε να μην επιλέγει ο καθένας ό,τι θέλει. Υπάρχουν όμως λάθη: για παράδειγμα το δάσος είναι μια οικολογική κάλυψη και όχι χρήση γης, που να επιτρέπεται ή όχι και, κυρίως, να αλλάζει. Για πρώτη φορά επιτρέπονται κτίρια σε πυρήνες προστατευόμενων περιοχών. Επίσης, σε όλες τις ζώνες πλην του πυρήνα επιτρέπονται μεταλλευτικές δραστηριότητες και εξορύξεις υδρογονανθράκων –από τι πρέπει να προστατευθεί μια Natura, αν όχι από βιομηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής επικινδυνότητας; Το πρόβλημα που δημιουργείται τελικά είναι πολλαπλό, γιατί επιδεινώνονται και η νομοθεσία και η περιβαλλοντική προστασία».

Οι χρήσεις γης

«Κατά τη γνώμη μου είναι μια σοβαρή μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία», εκτιμά ο Παναγιώτης Δημόπουλος, καθηγητής Βοτανικής και Οικολογίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. «Η ύπαρξη ενός κεντρικού οργανισμού με επιτελικό ρόλο ήταν απαραίτητη, ώστε οι νέες μονάδες να μπορούν να επιβλέψουν την εφαρμογή των διαχειριστικών σχεδίων, που είναι και ο ρόλος τους. Τα διοικητικά συμβούλια των φορέων συχνά αναπαρήγαγαν ένα κομματικό σύστημα – έχω κι εγώ διατελέσει πρόεδρος φορέα στην Πίνδο και γνωρίζω, μπλέκαμε τη διοίκηση με τη διαχείριση. Εχω όμως επιφυλάξεις για τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης, ορισμένες από τις οποίες είναι ασύμβατες με τον χαρακτήρα των προστατευόμενων περιοχών. Νομίζω ότι στον πυρήνα και στην πρώτη ζώνη των προστατευόμενων περιοχών πρέπει να είμαστε πολύ πιο αυστηροί. Ειδικά για τις ΑΠΕ, νομίζω ότι πρέπει να ελέγχονται σοβαρά οι εναλλακτικές και να συνεκτιμάται η επίδραση στη βιοποικιλότητα, όχι απλά να πηγαίνουμε στην “εύκολη λύση” που είναι οι κορυφογραμμές. Οχι όποιος υποβάλει αίτηση για αιολικό πάρκο σε Natura να θεωρείται δεδομένο ότι θα τη λάβει».

Πηγή: Εφημερίδα «Καθημερινή»

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.