Ο ρόλος του υδρογόνου στην πρόκληση της κλιματικής αλλαγής

του Marco Alver*

Το όραμα ενός κόσμου που κινείται με υδρογόνο γεννήθηκε το 1874 με το μυθιστόρημα του Ιούλιου Βερν «Το μυστηριώδες Νησί». Το υδρογόνο είναι το πρώτο σε αφθονία στοιχείο στο σύμπαν, είναι μια πηγή ενέργειας σε αέρια μορφή, η οποία μπορεί να παραχθεί με χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας όπως ο ήλιος και ο άνεμος, ενώ όταν χρησιμοποιείται ως καύσιμο εκπέμπει μόνο νερό. Επιπλέον, δύναται να μεταφερθεί σε μεγάλες αποστάσεις και να αποθηκευτεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αξιοποιώντας υφιστάμενες ενεργειακές υποδομές.

Έως σήμερα το ανανεώσιμο υδρογόνο συνοδευόταν από απαγορευτικά κόστη, πάρα ταύτα με την πρόοδο της τεχνολογίας τα τελευταία έτη είμαστε πεπεισμένοι ότι θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στο ενεργειακό μέλλον του πλανήτη.

Η Ιταλία μπορεί να πρωταγωνιστήσει σε αυτή την πορεία λόγω της γεωγραφικής της θέσης, των επιχειρηματικών και ερευνητικών ικανοτήτων της, αλλά και της θεσμικής ευαισθησίας της. Η Νότια Ιταλία δε και οι μεσογειακές χώρες γενικότερα, πλούσιες σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, είναι εκείνες που θα μπορούσαν να καταστήσουν τη χρήση του υδρογόνου ως τη νέα πηγή καθαρής ενέργειας και συνάμα να δημιουργήσουν νέες ευκαιρίες για την ανάπτυξη και την απασχόληση.

Στην κοινή δήλωση των αρχηγών κρατών, στην πρόσφατη σύνοδο κορυφής για την κλιματική αλλαγή, ειπώθηκε πως «Η γενιά μας είναι, ίσως, η τελευταία που έχει την ευκαιρία να καταπολεμήσει αποτελεσματικά την επαπειλούμενη παγκόσμια κλιματική κρίση», μία κρίση που δυστυχώς τεκμαίρεται με αριθμούς, καθώς το 2018 οι εκπομπές του CO2 που παρήχθησαν από τον ενεργειακό τομέα αυξήθηκαν ακόμη περισσότερο σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, φθάνοντας τα 33 δισεκατομμύρια τόνους, το υψηλότερο σημείο όλων των εποχών. Το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP) εκτιμά ότι με αυτούς τους ρυθμούς οι παγκόσμιες θερμοκρασίες το έτος 2100 θα αυξηθούν περισσότερο από 3 βαθμούς Κελσίου, σε σύγκριση με την προβιομηχανική εποχή, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα όρια που ορίστηκαν στη Διάσκεψη των Παρισίων το 2015. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, οι προσπάθειες που έχουν γίνει έως σήμερα είναι σημαντικές, αλλά δυστυχώς μεμονωμένες και δεν αφήνουν σημαντικά περιθώρια αισιοδοξίας.

Είναι απαραίτητο λοιπόν να αυξηθεί στο ενεργειακό μίγμα το ποσοστό της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, το οποίο, αν και χαρακτηρίζεται από αυξητική τάση, αντιπροσωπεύει σήμερα μόλις το 20% της ενεργειακής ζήτησης. Καθώς απαιτείται ένα σχέδιο και για το υπόλοιπο σύστημα, καθίσταται απαραίτητο η Ευρώπη να αναλάβει ηγετικό ρόλο σε παγκόσμιο επίπεδο όσον αφορά την κλιματική αλλαγή. Εντούτοις, σήμερα αντιπροσωπεύει μόνο το 10% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και δεν μπορεί να κερδίσει από μόνη της το στοίχημα. Γι’ αυτό είναι αναγκαία όσο ποτέ μια παγκόσμια δέσμευση που θα δημιουργεί οικονομικές ευκαιρίες για όλους τους πολίτες, κατανέμοντας δίκαια τα κόστη και ελαχιστοποιώντας τα στον μέγιστο βαθμό. Απαιτείται δηλαδή μια συντονισμένη προσπάθεια μεταξύ των διαφορετικών τομέων παραγωγής ενέργειας.

Στα περίπου είκοσι χρόνια εμπειρίας μου έχω διαπιστώσει πόσο δύσκολο είναι να βρεθούν κοινές λύσεις μεταξύ του «κόσμου των ηλεκτρονίων» (ηλεκτρισμός) και των μορίων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο και τα παράγωγά τους). Σχεδόν παντού, αυτοί οι δύο μακροοικονομικοί τομείς είναι οργανωμένοι σε ξεχωριστές δομές, οι οποίες εκτός από τη χρήση διαφορετικής γλώσσας έχουν και εντελώς διαφορετικούς στόχους μεταξύ τους.

Σήμερα το πλαίσιο αλλάζει και υπάρχουν δύο λόγοι που μας κάνουν συγκρατημένα αισιόδοξους. Πρώτον, οι πολίτες έχουν αρχίσει να ενεργοποιούνται και να αλλάζουν τον τρόπο ζωής τους, με πρωτοπόρους τους νέους ανθρώπους οι οποίοι ταρακουνούν την κοινή γνώμη, παροτρύνοντας εμάς τους ενήλικες, τους θεσμούς, τις εταιρείες, τους υπεύθυνους στα κέντρα λήψης αποφάσεων, να αναλάβουν αποφασιστική δράση. Το βλέπω κάθε μέρα με τις δύο κόρες μου, οι οποίες, παρακινούμενες από τα λεγόμενα παιδιών μεγαλύτερης ηλικίας, αναπτύσσουν μια περιβαλλοντική ευαισθησία πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που είχα εγώ στην ηλικία τους.

Την ίδια στιγμή, οι νέες τεχνολογίες μειώνουν το κόστος των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και διευρύνουν το πεδίο των πιθανών χρήσεών τους. Δεν αναφερόμαστε μόνο στο να γίνει πιο οικολογική η παραγωγή της ηλεκτρικής ενέργειας και να αυξηθεί η χρήση της, αλλά παράλληλα να εξαλειφτεί το εκπεμπόμενο CO2 από τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τη θέρμανση, μέσω της χρήσης βιομεθανίου, τη δέσμευση του διοξειδίου του άνθρακα και τη χρήση υδρογόνου που παράγεται από ανανεώσιμες πηγές.

Το υδρογόνο, όπως τονίστηκε στη μελέτη που παρουσιάστηκε στη Σύνοδο των G20 στην Οζάκα, από τη Διεθνή Οργάνωση Ενέργειας (IEA), διαθέτει το σύνολο των προδιαγραφών ώστε να καταστεί μια αποτελεσματική, παγκόσμια και οικονομική λύση και να συνδράμει το σύνολο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην προσπάθεια απανθρακοποίησης των ενεργειακών συστημάτων. Το υδρογόνο μπορεί να αποτελέσει βασικό παράγοντα στην καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, κυρίως δε να λειτουργήσει ως γέφυρα μεταξύ των διαφορετικών τομέων ενέργειας, δεδομένου ότι μπορεί να παραχθεί με ηλεκτρική ενέργεια, όπως επίσης να χρησιμοποιηθεί τόσο ως καύσιμο όσο και για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Η χρήση του υδρογόνου συνάντησε πολλά εμπόδια στην καθιέρωσή της τα τελευταία χρόνια. Ένα τέτοιο εμπόδιο είναι το κόστος, ωστόσο γίνονται σημαντικά βήματα: σύμφωνα με τις αναλύσεις που περιγράφονται στο βιβλίο μας «Generation H», που πρόκειται να κυκλοφορήσει διεθνώς τις επόμενες μέρες. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι με τις κατάλληλες οικονομίες κλίμακας, το κόστος του υδρογόνου από ανανεώσιμες πηγές μπορεί να μειωθεί περίπου στα 2 δολάρια το κιλό, ήδη από το 2030 και να μειωθεί ακόμα πιο πολύ τα επόμενα χρόνια στα επίπεδα του 1 δολαρίου/κιλό, με σημερινή τιμή εκκίνησης περίπου τα 5 δολάρια/κιλό. Με αυτόν τον τρόπο, η χρήση του υδρογόνου θα γινόταν ανταγωνιστική ακόμη και χωρίς επιδοτήσεις σε πολλούς ενεργειακούς τομείς.

Εμείς, στην εταιρεία Snam και γενικότερα όλοι οι φορείς στις μεταφορές, μπορούμε να διαδραματίσουμε σημαντικό ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση, καθώς έχουμε ήδη ξεκινήσει σε πειραματικό στάδιο την εισαγωγή ενός συνδυασμού υδρογόνου και φυσικού αερίου στις εγκαταστάσεις μας. Μπορούμε επιπλέον να εγγυηθούμε ένα δίκτυο που συνδέει τους παραγωγούς με τις αγορές, αλλά και ένα δίκτυο ιδεών που προωθεί τον διάλογο. Για τον λόγο αυτό, διοργανώσαμε στη Ρώμη, στις 10 Οκτωβρίου, το Διεθνές Συνέδριο με τίτλο «Η πρόκληση του υδρογόνου», στο οποίο πραγματοποιήσαμε συναντήσεις με θεσμούς, ενώσεις και περίπου 70 εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον συγκεκριμένο τομέα, σε παγκόσμιο επίπεδο.

Γνωρίζουμε ότι η πρόκληση δεν είναι εύκολη, αλλά είμαστε πεπεισμένοι ότι πρέπει να απαντηθεί με επιτυχία.

*O Marco Alver είναι διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Snam. Το άρθρο του δημοσιεύθηκε στο Naftemporiki.gr

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.