Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος: Έξι αναγκαίες πολιτικές για μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης

της Κωνσταντινής Σαμαρά-Κωνσταντίνου*

Από το 1972 που καθιερώθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και το 1974 που ξεκίνησε ο εορτασμός της, η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος έχει εξελιχθεί σε παγκόσμια πλατφόρμα δημόσιας προβολής των περιβαλλοντικών θεμάτων, η οποία γιορτάζεται σε περισσότερες από 100 χώρες. Η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος 2019 επικεντρώνεται στην ατμοσφαιρική ρύπανση και έχει στόχο να παροτρύνει τις κυβερνήσεις, τη βιομηχανία, τις κοινότητες και τα άτομα να συναντηθούν για να εξερευνήσουν τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις πράσινες τεχνολογίες και να βελτιώσουν την ποιότητα του αέρα σε πόλεις και περιοχές σε όλο τον κόσμο. Οικοδεσπότης της ημέρας αυτής είναι η Κίνα, μία χώρα με σοβαρά προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης, αλλά και σημαντική πρόοδο στον τομέα της «πράσινης» ενέργειας.

Σχεδόν όλες οι οικονομικές και κοινωνικές δραστηριότητες συνοδεύονται από εκπομπές ρύπων στον αέρα. Παρά την πρόοδο που έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα στον περιορισμό των εκπομπών από διάφορες ανθρωπογενείς πηγές και στη μείωση των συγκεντρώσεων πολλών ρύπων κάτω από τα νομοθετημένα όρια, η ποιότητα του αέρα σε πολλές περιοχές δεν είναι στα επίπεδα που προβλέπονται από τη νομοθεσία ή επιθυμούν οι πολίτες.

Τα στοιχεία σε ό,τι αφορά την ατμοσφαιρική ρύπανση σε όλο τον κόσμο είναι ανησυχητικά. Το 92% των ανθρώπων δεν αναπνέουν καθαρό αέρα, ενώ περίπου 7 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πεθαίνουν πρόωρα κάθε χρόνο εξαιτίας της ατμοσφαιρικής ρύπανσης (4 εκατομμύρια από αυτούς τους θανάτους συμβαίνουν στην Ασία-Ειρηνικό). Η ατμοσφαιρική ρύπανση κοστίζει στην παγκόσμια οικονομία 5 τρισεκατομμύρια δολάρια ετησίως σε δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας.

Στην Ευρώπη, οι πολίτες θεωρούν την ατμοσφαιρική ρύπανση ως τον μεγαλύτερο περιβαλλοντικό κίνδυνο μετά την κλιματική αλλαγή. Και αυτό, επειδή παρά την αξιοσημείωτη βελτίωση της ποιότητας του αέρα τα τελευταία 65 χρόνια, πολλές περιοχές συνεχίζουν να εμφανίζουν υπερβάσεις των ορίων που έχει θέσει η Οδηγία 2008/50/ΕC του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 21ης Μαΐου 2008 «για την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα και καθαρότερο αέρα για την Ευρώπη». Οι ρύποι που συνεχίζουν να είναι σε υψηλά επίπεδα είναι τα αιωρούμενα σωματίδια (PM10 & PM2.5) και το όζον (Ο3). Σύμφωνα με τις ετήσιες εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Περιβάλλοντος, η έκθεση του αστικού πληθυσμού της EU-28 κατά την περίοδο 2014-16 σε συγκεντρώσεις πάνω από τα νομοθετημένα όρια ήταν 7-30% για το Ο3, 13-19% για το ΡΜ10 και 20-24% για το καρκινογόνο συστατικό του ΡΜ10, το ΒαΡ. Φυσικά, η έκθεση είναι πολύ μεγαλύτερη (μέχρι και πάνω από 90%) σε σύγκριση με τις καθοδηγητικές τιμές του ΠΟΥ.

Η Ευρώπη θεωρεί ότι θα πρέπει να επανεξετασθούν πολιτικές και μέτρα που ελήφθησαν για να περιορίσουν την κλιματική αλλαγή, αλλά αποδείχθηκαν εις βάρος της ποιότητας του αέρα στις αστικές περιοχές, όπως η πετρελαιοκίνηση και η ανεξέλεγκτη καύση βιομάζας για οικιακή θέρμανση.

Στην Ελλάδα, η εφαρμογή των κοινοτικών οδηγιών είναι σε μεγάλο βαθμό ελλιπής, τόσο στην παρακολούθηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, όσο και στον σχεδιασμό και εφαρμογή προγραμμάτων μείωσης της ρύπανσης σε περιοχές όπου παρατηρείται υπέρβαση των ορίων. Σε σύγκριση με τα άλλα κράτη-μέλη, τα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην Ελλάδα βρίσκονται κατά κανόνα πάνω από τον μέσο όρο των 28 της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακόμη και όταν υπάρχει συμμόρφωση με τα όρια.

Απαιτούνται πολιτικές που σκοπό έχουν τη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης, όπως:

  • Ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και σταδιακή απομάκρυνση των ορυκτών καυσίμων για την παραγωγή ενέργειας
  • Περιορισμός της χειμερινής ατμοσφαιρικής ρύπανσης των αστικών κέντρων από την οικιακή καύση ξύλου/βιομάζας που ξεκίνησε από το 2010 λόγω της οικονομικής κρίσης.
  • Πιο συστηματική και πλήρης παρακολούθηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης ιδιαίτερα σε περιοχές με μεγάλη συσσώρευση αστικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
  • Ενίσχυση των μέτρων ελέγχου των εκπομπών από τη βιομηχανία, τις οδικές μεταφορές και τα συστήματα θέρμανσης, της ποιότητας των καυσίμων.
  • Καλύτερη ενημέρωση και εκπαίδευση των πολιτών για το πώς μπορούν να συμβάλουν με τις καθημερινές τους πρακτικές στη μείωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
  • Πιο αποτελεσματική μακροπρόθεσμη διαχείριση της ποιότητας του αέρα που θα διασφαλίζει την υγεία και των πιο ευαίσθητων ομάδων πληθυσμού.

*Η Κωνσταντινή Σαμαρά-Κωνσταντίνου είναι καθηγήτρια στο Τμήμα Χημείας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.