Ραγδαία πληθυσμιακή αύξηση του λεοντόψαρου στη Μεσόγειο (ΦΩΤΟ)

Του Νίκου Αβουκάτου

Η αυξανόμενη παρουσία ξενικών ειδών στη Μεσόγειο, μπορεί να υποδηλώνει περαιτέρω ότι οι περιβαλλοντικές παράμετροι της Μεσογείου έχουν αλλάξει με τρόπο που ευνοείται η επιδεκτικότητα νέων ειδών. Το λεοντόψαρο καταγράφηκε μια φορά στη Μεσόγειο το 1991, όμως η πρώτη προσπάθεια «εισβολής» φαίνεται να μην ήταν επιτυχημένη. Δύο δεκαετίες μετά, το είδος Pteroismiles επανεμφανίστηκε στη Μεσόγειο και μάλιστα πολλαπλασιάζεται με ραγδαίους ρυθμούς.Η φωτογραφία του νεαρού λεοντόψαρου την οποία δημοσιεύει σήμερα η Greenagenda.gr αποδεικνύει την αναπαραγωγή του είδους (merresearch.com)

leontopsaro-1

Από την εισβολή του στον Ατλαντικό Ωκεανό, το λεοντόψαρο έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα χειρότερα χωροκατακτητικά είδη με τη δυνατότητα να υποβαθμίζει σημαντικά τις λειτουργίες των οικοσυστημάτων που βρίσκεται. Το λεοντόψαρο είναι εξαιρετικός θηρευτής ενέδρας ενώ κατά την αναζήτηση θηραμάτων μπορεί να επεκτείνει τον όγκο του στομαχιού του μέχρι και 30 φορές.

Τρέφεται με ένα ευρύ φάσμα θαλάσσιων οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων και νεαρών ατόμων σημαντικών εμπορικών ειδών των οικογενειών σερανίδας, μουλλιδών και αθερινίδων. «Μελέτες έχουν δείξει ότι η αύξηση της παρουσίας του λεοντόψαρου, μπορεί να μειώσει τον πληθυσμό των αυτοχθόνων ειδών μιας περιοχής μέχρι και 95%» τόνισε στη Greenagenda.gr o Περικλής Κλείτου, ερευνητής-βιολόγος της Marine & Environmental Research (MER) Lab.

Κάποια από τα επιπλέον χαρακτηριστικά του όπως η πρόωρη ωρίμανση, η υψηλή και συχνή αναπαραγωγή, το μακρύ πελαγικό προνυμφικό στάδιο, και οι τοξικές ουσίες που χρησιμοποιούν ως άμυνα, δυσκολεύουν εξαιρετικά την αντιμετώπιση του είδους, ιδιαίτερα όταν αυτό εγκατασταθεί σε μια περιοχή.

«Ανησυχητική είναι η ταχύς εξάπλωση του είδους τα τελευταία χρόνια σε Κύπρο, Λίβανο και Τουρκία, προς τις ελληνικές θάλασσες και μέχρι τη Τυνησία. Αξιοσημείωτο είναι  το γεγονός ότι από τη συλλογή δεδομένων που πράξαμε το 2014 και 2015 στην Κύπρο, ο μέγιστος αριθμός λεοντόψαρων που βρέθηκε σε μια περιοχή ήταν μόλις δυο, ενώ το 2016 καταγράφηκαν πολλαπλάσιοι αριθμοί (μέχρι και 12 άτομα) σε μονές καταδυτικές εξορμήσεις» ανέφερε ο κ. Κλείτου.

Σύμφωνα με τους επιστήμονες που μελέτησαν το είδος στον Ατλαντικό Ωκεανό, ο μόνος ίσως τρόπος για να αποτραπεί ή τουλάχιστον να ελεγχθεί κατά κάποιο τρόπο η εξάπλωση και οι οικολογικές/οικονομικές ζημιές του είδους, είναι μέσω του ταχύ εντοπισμού κυρίως από πολίτες, και εξάλειψης του είδους προτού αυτό εγκατασταθεί πλήρως. Η τακτική αυτή προωθείται και μέσω της καινούργιας νομοθεσίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (1143/2014) για τα ξενικά χωροκατακτητικά είδη οποία μπήκε σε ισχύ το 2015.

Το λεοντόψαρο αν και έχει ισχυρή τοξίνη στις ακτίνες του, όταν αυτές καθαριστούν προσεκτικά, τότε είναι βρώσιμο και ιδιαίτερα νόστιμο. Επίσης, το είδος είναι ιδιαίτερα εύκολο να αλιευτεί, ειδικά από ψαροντουφεκάδες, αφού είναι σχεδόν ακίνητο και μπορεί να το πλησιάσουν(μέχρι και στα 50 cm) με σχετική ευκολία.

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε μια προσπάθεια εντοπισμού και καταγραφής του είδους στις Ελληνικές θάλασσες, ο Μη Κυβερνητικός Οργανισμός iSea συλλέγει πληροφορίες από πολίτες που έχουν δει το ψάρι και είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν. Η συμβολή των πολιτών σε προσπάθειες σαν και αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντική αφού προσφέρει χρήσιμα δεδομένα στην προσπάθεια αντιμετώπισης/κατανόησης τους είδους στη Μεσόγειο.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.