ΕΚΤΟΣ ΣΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΕ

του Γιώργου Μητράκη

Η Γερμανία είναι μια χώρα της Κεντρικής Ευρώπης. Σε σύγκριση με την Ελλάδα έχει περιορισμένη ηλιοφάνεια και σχετικά λίγους ανέμους. Κι όμως η χώρα δεν είναι μόνο παραγωγός φωτοβολταϊκών πάνελ και ανεμογεννητριών, που εξάγει σε όλο τον κόσμο, αλλά και παραγωγός ηλιακής και αιολικής ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αντίθεση με την Ελλάδα που για ακατανόητους λόγους δεν αξιοποιεί στο βαθμό που θα μπορούσε τις δυνατότητες της φύσης για την παραγωγής ενέργειας, η Γερμανία αυξάνει διαρκώς την ισχύ που παράγει από τον ήλιο και τον αέρα, ενώ και στο πεδίο των βιοκαυσίμων υπάρχουν πολλές επενδύσεις.

Η σύγκριση της χώρας μας με τη Γερμανία δεν έχει αξία στο επίπεδο των εντυπώσεων, αλλά της ουσίας. Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 2010 τα κράτη – μέλη της ΕΕ αποφάσιζαν κι έθεταν το περίφημο στόχο 202020, δηλαδή μέχρι το 2020 το 20% της ενέργειας να παράγεται από Ανανεώσιμες Πηγές, υπήρξε από αρκετές πλευρές σκεπτικισμός για το αν η Ελλάδα θα τα καταφέρει. Ή μάλλον πόσο έξω από το στόχο του 18% που τέθηκε για τη χώρα μας στην αρχή του προγράμματος. Σήμερα, στη μέση αυτής της πορείας κι ενώ έχουν ξεκινήσει οι διαβουλεύσεις για τη συνέχεια, οι ελληνικές επιδόσεις κρίνονται απογοητευτικές, αφού όλες οι εκτιμήσεις συγκλίνουν ότι στα τέλη του 2020 η διείσδυση των ΑΠΕ στη χώρα μας θα προσεγγίσει –καλώς εχόντων των πραγμάτων- μόλις το 15,4%.

Όπως σημειώνει έκθεση του Ευρωπαϊκού Φόρουμ για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας ως βασικοί λόγοι της υστέρησης κωδικοποιούνται οι ακόλουθοι:

  • Η αστάθεια του ρυθμιστικού πλαισίου.
  • Η επενδυτική αβεβαιότητα.
  • Οι αναδρομικές μειώσεις των εγγυημένων τιμών.
  • Η δυσκολία πρόσβασης των επενδυτών σε χρηματοδότηση.

Στην ίδια έκθεση υπάρχουν και δύο τουλάχιστον αισιόδοξες νότες, μία πραγματική και μία θεωρητική.

Πρώτον, αναμένεται η υλοποίηση ορισμένων έργων ΑΠΕ, ειδικά φωτοβολταϊκών που έχουν δρομολογηθεί από το 2013 και το 2014, οπότε η διείσδυση της «καθαρής» ενέργειας θα αυξηθεί.

Δεύτερον, εάν εφαρμοστεί η κοινοτική νομοθεσία για τα βιοκαύσιμα στις μεταφορές και ορισμένες πολιτικές τόνωσης των ΑΠΕ, η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει θεωρητικά εξαγωγέας ηλεκτρισμού από ΑΠΕ, καθώς η διείσδυσή τους θα φτάσει το 19%.

Μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου

Στο μεταξύ ως τις 10 Φεβρουαρίου του 2016 θα βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση το ρυθμιστικό πλαίσιο για τις ΑΠΕ, που θα αφορά τη στρατηγική που θα ακολουθήσει η ΕΕ από το 2020 και μετά.

Ήδη τα κράτη – μέλη της ΕΕ συμφώνησαν τον Οκτώβριο του 2014 σε ένα νέο στόχο ελάχιστης συμμετοχής 27% των ΑΠΕ στη συνολική κατανάλωση έως το 2030 και τώρα καλούνται να αποφασίσουν τις πολιτικές και τους πρακτικούς τρόπους που θα επιτύχουν αυτό το στόχο. Μια συζήτηση στην οποία η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει πρωταγωνιστικό ρόλο λόγω των φυσικών της πλεονεκτημάτων, αλλά στην πραγματικότητα απλώς παρακολουθεί.

Όπως αναφέρεται στο σχετικό σημείωμα της ΕΕ, «στο πλαίσιο της Ενεργειακής Ένωσης η Κομισιόν θα πρέπει να λάβει μια νέα δέσμη μέτρων για τις ΑΠΕ, που θα αφορά την περίοδο μετά το 2020, προκειμένου να υπάρξει μια νέα Οδηγία (REDII) για το διάστημα 2020-2030, καθώς και μια επικαιροποιημένη πολιτική για την αειφόρο ενέργεια της ΕΕ».

Η διαβούλευση θα καλύψει όλες τις πτυχές της REDII, ενώ για την επικαιροποίηση της πολιτικής που θα ακολουθήσει η ΕΕ στον κλάδο της αειφόρου ενέργειας θα υπάρξει ξεχωριστή δημόσια διαβούλευση.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.