Σε ποια κατάσταση βρίσκεται η βιοποικιλότητα στη χώρα

Ολοκληρώθηκε η δεύτερη αξιολόγηση της κατάστασης διατήρησης των τύπων οικοτόπων και των ειδών Κοινοτικού ενδιαφέροντος, με βάση τα αποτελέσματα των προγραμμάτων παρακολούθησης που εφαρμόζουν τα κράτη μέλη. Η αξιολόγηση έγινε στο πλαίσιο εκπόνησης της 3ης Εθνικής Έκθεσης για την εφαρμογή της Οδηγίας των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ - Άρθρο 17). Η 3η Εθνική Έκθεση καλύπτει την τυπική περίοδο αναφοράς 2007 – 2012 διευρυμένη κατά δύο έτη (έως το 2014), και υποβλήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) τον Δεκέμβριο 2014 υπό τη μορφή βάσης δεδομένων (Reporting Tool) η οποία αναπτύχθηκε για τον σκοπό αυτό από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος (European Environment Agency - EEA). Οριστικοποιήθηκε το 2015 κατόπιν του προβλεπόμενου ελέγχου και αξιολόγησης από το Θεματικό Κέντρο Βιοποικιλότητας του European Environment Agency - EEA.

Στο πλαίσιο της 3ης Εθνικής Έκθεσης, συνολικά εξετάσθηκαν δεδομένα για 414 τύπους οικοτόπων και είδη Κοινοτικού Ενδιαφέροντος.

Βασικό στοιχείο διαφοροποίησης της 3ης σε σχέση με τη 2η εθνική έκθεση αποτελεί η μείωση κατά 36,6 ποσοστιαίων μονάδων των τύπων οικοτόπων και ειδών Κοινοτικού ενδιαφέροντος με άγνωστη κατάσταση διατήρησης στην Ελλάδα.

Ειδικότερα, το ποσοστό των τύπων οικοτόπων και ειδών Κοινοτικού ενδιαφέροντος των οποίων η κατάσταση διατήρησής τους στην Ελλάδα ήταν άγνωστη ανερχόταν στο 47,1% αυτών που αξιολογήθηκαν για την περίοδο 2001-2006 (2η εθνική έκθεση), ενώ η αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 3ης εθνικής έκθεσης (2007-2014) περιορίζει το ποσοστό αυτό στο 10,5%. Το γεγονός αυτό αντανακλά αντίστοιχη αύξηση στις υπόλοιπες βαθμίδες κατάταξης της κατάστασης διατήρησης των τύπων οικοτόπων και ειδών. Ειδικότερα, σημειώθηκε αύξηση 3,5% των τύπων οικοτόπων και των ειδών που εκτιμώνται σε «κακή» κατάσταση διατήρησης, αύξηση 17,9% αυτών που εκτιμώνται σε «ανεπαρκή» κατάσταση διατήρησης και αύξηση 15,2% αυτών που εκτιμώνται σε «ικανοποιητική» κατάσταση διατήρησης.

Τα αποτελέσματα της σύγκρισης συνοψίζονται ανά ομάδα ως ακολούθως:

Τύποι οικοτόπων:
Η πλειονότητα των τύπων οικοτόπων (59) εμφανίζει σταθερή κατάσταση διατήρησης μεταξύ των δύο εκθέσεων (42 Τ.Ο. εξακολουθούν να βρίσκονται σε ικανοποιητική ΚΔ, 15 σε ανεπαρκή, 1 σε κακή, ενώ για 1 Τ.Ο. η κατάσταση διατήρησης παραμένει άγνωστη), ενώ για 15 τύπους οικοτόπων η κατάσταση διατήρησης εμφανίζεται βελτιωμένη (9 «ανέβηκαν» στην βαθμίδα «ικανοποιητική» και 6 «ανέβηκαν» στη βαθμίδα «ανεπαρκής»). Επιδείνωση της κατάσταση διατήρησής τους παρουσιάζουν 8 τύποι οικοτόπων, ενώ για 2 τύπους οικοτόπων η κατάσταση διατήρησής τους χαρακτηρίζεται από σαφή βελτίωση της γνώσης καθώς από άγνωστη εκτιμήθηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο της 3ης εθνικής έκθεσης. Επισημαίνεται ότι καμία από τις διαφοροποίησεις που εντοπίσθηκαν δεν συνιστά πραγματική αλλαγή στην κατάσταση διατήρησης κάποιου τύπου οικοτόπου. Κατά περίπτωση οι διαφοροποιήσεις αποδίδονται σε παράγοντες που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης της 3ης εθνικής έκθεσης όπως: πιο ακριβή δεδομένα, βελτίωση της γνώσης ή και στη χρήση διαφορετικών μεθόδων.

Είδη χλωρίδας:
Επιτεύχθηκε βελτίωση της γνώσης για 27 είδη των οποίων η κατάσταση διατήρησης ήταν άγνωστη κατά την περίοδο 2001-2006 (2η εθνική έκθεση): 12 από αυτά εκτιμήθηκαν σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης κατά την περίοδο 2007-2014 (3η εθνική έκθεση), 12 σε ανεπαρκή και 3 σε κακή κατάσταση διατήρησης. Σταθερή διατήρησαν την κατάσταση διατήρησής του 18 είδη, με 3 από αυτά να παραμένουν σε καθεστώς άγνωστης κατάστασης διατήρησης. Βελτιωμένη κατάσταση διατήρησης εμφανίζουν μόλις 6 είδη και επιδείνωση 3 είδη, μεταβολές οι οποίες ωστόσο αποδίδονται, κατά περίπτωση, είτε σε περισσότερο ακριβή δεδομένα / βελτίωση της γνώσης, είτε στη χρήση διαφορετικών ορίων κατά την εκτίμηση των επιμέρους παραμέτρων, παράγοντες που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης της 3ης εθνικής έκθεσης. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η εκτίμηση της κατάσταση διατήρησης 2 ειδών απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση καθώς χαρακτηρίσθηκε ως «άγνωστη» από «ανεπαρκής».

Είδη θηλαστικών:
Επιτεύχθηκε βελτίωση της γνώσης για 27 είδη των οποίων η κατάσταση διατήρησης ήταν άγνωστη κατά την περίοδο 2001-2006 (2η εθνική έκθεση): 19 από αυτά εκτιμήθηκαν σε ανεπαρκή και 8 σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης κατά την 3η εθνική έκθεση. Μολονότι ίδιος αριθμός ειδών (27) διατήρησε σταθερή την κατάσταση διατήρησής του μεταξύ των δύο εκθέσεων, η πλειονότητα αυτών (16 είδη, μεταξύ αυτών και ένα θαλάσσιο) παραμένει σε καθεστώς άγνωστης κατάστασης διατήρησης. Βελτιωμένη εμφανίζεται η κατάσταση διατήρησης 3 ειδών, ωστόσο η μεταβολή  συνιστά πραγματική αλλαγή της κατάστασης διατήρησης μεταξύ των δύο περιόδων για ένα μόνο από τα τρία είδη, το είδος Monachus monachus. Επιδείνωση της κατάστασης διατήρησης καταγράφηκε μόνο για 2 είδη και για το ένα από αυτά (το είδος Ziphius cavirostris) η μεταβολή συνιστά επίσης πραγματική αλλαγή της κατάστασης διατήρησης μεταξύ των δύο περιόδων. Οι υπόλοιπες από τις ανωτέρω μεταβολές αποδίδονται σε παράγοντες όπως η χρήση διαφορετικών μεθόδων για τη μέτρηση/εκτίμηση των επιμέρους παραμέτρων (ή της συνολικής κατάστασης διατήρησης), είτε σε καλύτερα δεδομένα/στη βελτίωση της γνώσης. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η εκτίμηση της κατάσταση διατήρησης ενός είδους απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση καθώς χαρακτηρίσθηκε ως «άγνωστη» από «κακή».

Είδη ερπετών: 
Επιτεύχθηκε βελτίωση της γνώσης για επίσης 27 είδη των οποίων η κατάσταση διατήρησης ήταν άγνωστη κατά την περίοδο 2001-2006 (2η εθνική έκθεση): 24 από αυτά εκτιμήθηκαν σε ικανοποιητική κατάστασης διατήρησης κατά την 3η εθνική έκθεση και 3 σε ανεπαρκή. Σταθερή διατήρησαν την κατάσταση διατήρησής τους 12 είδη, ενώ βελτιωμένη εμφανίζεται η κατάσταση διατήρησης μόλις 5 ειδών, η οποία ωστόσο αποδίδεται στα καλύτερα δεδομένα ή και στη βελτίωση της γνώσης που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης της 3ης εθνικής έκθεσης. Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι η εκτίμηση της κατάσταση διατήρησης 3 ειδών απαιτεί περαιτέρω διερεύνηση καθώς αυτή μεταβλήθηκε από «ανεπαρκής» (2 είδη) / «ικανοποιητική» (1 είδος), σε «άγνωστη».

Είδη αμφιβίων:
Επιτεύχθηκε βελτίωση της γνώσης για ένα είδος του οποίου η κατάσταση διατήρησης ήταν άγνωστη κατά την περίοδο 2001-2006 (2η εθνική έκθεση) και εκτιμήθηκε σε ικανοποιητική κατάστασης διατήρησης κατά την 3η εθνική έκθεση. Σταθερή διατήρησαν την κατάσταση διατήρησής τους 7 είδη, ενώ βελτιωμένη εμφανίζεται η κατάσταση διατήρησης 4 ειδών, η οποία ωστόσο αποδίδεται στα καλύτερα δεδομένα ή και στη βελτίωση της γνώσης που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης της 3ης εθνικής έκθεσης.

Είδη ασπονδύλων:
Επιτεύχθηκε βελτίωση της γνώσης για 41 είδη των οποίων η κατάσταση διατήρησης ήταν άγνωστη κατά την περίοδο 2001-2006 (2η εθνική έκθεση): 2 από αυτά εκτιμήθηκαν σε ικανοποιητική κατάστασης διατήρησης κατά την 3η εθνική έκθεση, 37 σε ανεπαρκή και 2 σε κακή κατάσταση διατήρησης. Σταθερή διατήρησαν την κατάσταση διατήρησής τους 5 είδη, 4 από τα οποία ωστόσο παραμένουν σε άγνωστη κατάσταση διατήρησης.

Είδη ψαριών:
Βελτίωση στη γνώση της κατάστασης διατήρησης μεταξύ των δύο εκθέσεων εμφανίζουν δύο είδη με άγνωστη κατάστασης διατήρησης κατά την περίοδο 2001-2006 (2η εθνική έκθεση): ένα είδος εκτιμήθηκε σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης κατά την 3η εθνική έκθεση και ένα σε ανεπαρκή. Σταθερή διατήρησαν την κατάσταση διατήρησής τους 10 είδη, με ένα από αυτά (Aspius aspius) να παραμένει σε καθεστώς άγνωστης κατάστασης διατήρησης. Επιδείνωση της κατάστασης διατήρησης από τη μία περίοδο αναφοράς στην άλλη καταγράφηκε για 13 είδη (για 7 είδη η κατάσταση διατήρησης μεταβλήθηκε σε ανεπαρκή και για άλλα 6 είδη σε κακή), μεταβολές οι οποίες ωστόσο δεν χαρακτηρίζονται ως πραγματικές αλλά αποδίδονται κυρίως στην ταξινομική αναθεώρηση των ειδών ή στα καλύτερα δεδομένα και στη βελτίωση της γνώσης που επιτεύχθηκαν στο πλαίσιο εκπόνησης της 3ης εθνικής έκθεσης.

Οι λόγοι στους οποίους αποδίδονται οι περισσότερες από τις μεταβολές της κατάστασης διατήρησης των τύπων οικοτόπων και των ειδών Κοινοτικού ενδιαφέροντος που απαντούν στην Ελλάδα, μεταξύ των δύο περιόδων αναφοράς (καλύτερα δεδομένα/βελτίωση της γνώσης, χρήση διαφορετικών μεθόδων/ορίων, ταξινομική αναθεώρηση είδους, κ.λπ.), αντανακλούν τη διαφορετική προσέγγιση στην εκπόνηση των δύο εθνικών εκθέσεων: η 2η εθνική εκθεση (και η εκτίμηση της κατάστασης διατήρησης) βασίσθηκε σχεδόν αποκλειστικά σε υφιστάμενα δεδομένα και στην «γνώμη των ειδικών» (experts judgment), ενώ για την 3η εθνική εκθεση τα υφιστάμενα δεδομένα συνεκτιμήθηκαν με δεδομένα παρακολούθησης που συλλέχθηκαν για το σκοπό αυτό στο πλαίσιο των μελετών εποπτείας κατά το έτος 2014, χρησιμοποιώντας και άλλες μεθόδους πέραν αυτής της «γνώμης των ειδικών».

Για την πλειονότητα των τύπων οικοτόπων και των ειδών, κατά την εκπόνηση της 3ης εθνικής έκθεσης, η εκτίμηση των περισσοτέρων από τις παραμέτρους που συμμετέχουν στην αξιολόγηση της κατάστασης διατήρησης βασίστηκε σε «μερικά δεδομένα με κάποια προέκταση ή/και χρήση μοντέλων (Estimate based on partial data with some extrapolation and/or modelling). Σε ορισμένες δε λίγες περιπτώσεις (κυρίως ειδών) η εκτίμηση μερικών από τις παραμέτρους βασίστηκε σε  αποτελέσματα ολοκληρωμένης έρευνας ή και σε στατιστικά αξιόπιστη εκτίμηση (Complete survey/Complete survey or a statistically robust estimate). Αντίστοιχα λίγες είναι και οι περιπτώσεις παραμέτρων οι οποίες εκτιμήθηκαν βάσει της «γνώμης του ειδικού» (π.χ. κύριες απειλές). Σε κάθε περίπτωση όμως, η διαφορά που προκύπτει στην εκτίμηση των επιμέρους παραμέτρων κατά την 3η εθνική εκθεση σε σχέση με τη 2η εθνική εκθεση, αποδίδεται συνδυαστικά στη βελτίωση των γνώσεων, σε ακριβέστερα δεδομένα ή και στη  χρήση διαφορετικής μεθόδου (δηλαδή στα έντυπα αναφοράς δηλώθηκε κυρίως η επιλογή: Improved knowledge/ more accurate data/ Use of different method).

Παρόμοια εικόνα υπάρχει και στη διαφορά που προκύπτει στην εκτίμηση της συνολικής κατάστασης διατήρησης μεταξύ των δύο εθνικών εκθέσεων. Ειδικότερα, για την πλειονότητα των τύπων οικοτόπων και ειδών, η διαφορά στην εκτίμηση της συνολικής κατάστασης διατήρησης από τη 2η στην 3η εθνική εκθεση αποδίδεται πρωτίστως στη βελτίωση της γνώσης ή και σε πιο ακριβή δεδομένα και δευτερευόντως στη χρήση διαφορετικών μεθόδων. Ειδικά για 44 είδη (35 είδη ψαριών, 6 είδη αμφιβίων, 2 είδη ερπετών και 1 είδος θηλαστικού), επισημαίνεται ως αιτία των διαφορών η ταξινομική αναθεώρησή τους. Πραγματική αλλαγή στη συνολική κατάσταση διατήρησής τους μεταξύ των δύο εθνικών εκθέσεων παρουσιάζουν μόνο δύο θαλάσσια είδη, τα Monachus monachus (βελτίωση) και Ziphius cavirostris (επιδείνωση).

Τα δεδομένα της 3ης Εθνικής Έκθεσης (γενικό μέρος, έντυπα αναφοράς, γεωχωρικά δεδομένα και εκθέσεις ελέγχου και αξιολόγησης) έχουν αναρτηθεί στο Κεντρικό Αποθετήριο Δεδομένων (Central Data Repository - CDR) του Ευρωπαϊκού Δικτύου Πληροφοριών και Παρατηρήσεων για το Περιβάλλον (ΕΔΠΠΠ / Eionet). Καταχωρήθηκαν σε βάση δεδομένων (Reporting Tool) 396 έντυπα αναφοράς για ισάριθμους τύπους οικοτόπων και είδη. Αντίστοιχα παράχθηκαν γεωχωρικά δεδομένα που απεικονίζουν (σε μορφή κανάβου διάστασης 10x10 χλμ.) την εξάπλωση και το εύρος εξάπλωσης των τύπων οικοτόπων και ειδών.

Για την εύληπτη επισκόπηση των δεδομένων και την ερμηνεία των αποτελεσμάτων της 3ης έκθεσης, τα στοιχεία οργανώθηκαν κατάλληλα και αναρτήθηκαν στον Δικτυακό Τόπο για τη Φύση και τη Βιοποικιλότητα (www.biodiversity-info.gr). Πιο συγκεκριμένα, ο επισκέπτης του Δικτυακού Τόπου για τη Φύση και τη Βιοποικιλότητα μπορεί να εντοπίσει τα εξής:

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.