Ασθμαίνει ο πρωτογενής τομέας στα χρόνια της κρίσης

O πρωτογενής τομέας δεν διαθέτει το απαιτούμενο μέγεθος, ώστε να αποτελέσει την «ατμομηχανή» της ανάπτυξης ή τον βασικό «πυλώνα» για την έξοδο από την κρίση, σημειώνεται στη μελέτη του Παρατηρητηρίου Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ με τίτλο «Οι αναπτυξιακές δυνατότητες του αγροτροφικού συστήματος στην Ελλάδα».

Στη μελέτη, η οποία ανακοινώθηκε πριν λίγες ημέρες, επισημαίνεται πως τα τελευταία δέκα χρόνια στον πρωτογενή τομέα στην Ελλάδα και στο υπόλοιπο τμήμα της ελληνικής οικονομίας που συνδέεται με αυτόν συντελούνται διαρθρωτικές αλλαγές χωρίς αναπτυξιακό περιεχόμενο. Η ελληνική οικονομία φαινομενικά αποκτά διαρθρωτικά χαρακτηριστικά αναπτυγμένης οικονομίας, χωρίς ωστόσο αυτά να θεμελιώνονται σε πραγματικά ποιοτικά στοιχεία.

Σημαντικό ρόλο στην υπερεκτίμηση του πρωτογενούς τομέα, τόσο όσον αφορά την ανθεκτικότητά του στις επιπτώσεις της ύφεσης όσο και τις δυνατότητές του για την υπέρβασή της, διαδραμάτισαν ορισμένες εξελίξεις στην απασχόληση, αλλά κυρίως η λανθασμένη ανάγνωσή τους.

Η πολύ μεγάλη, απόλυτη και σχετική, μείωση των συμβοηθούντων μελών (από 257 χιλιάδες το 1998 σε 77 χιλιάδες άτομα το 2013) συμβάλλει στην υποχώρηση ενός βασικού χαρακτηριστικού του πρωτογενούς τομέα στην Ελλάδα, του οικογενειακού χαρακτήρα της απασχόλησης. Η ραγδαία μείωση των συμβοηθούντων μελών (τα μέλη των οικογενειών των αρχηγών αγροτικών εκμεταλλεύσεων, που αποτελούν επί της ουσίας πολλές φορές και τους διαδόχους) βρίσκεται σε αντίθετη κατεύθυνση με την άποψη ότι ο πρωτογενής τομέας συνιστά λύση στο πρόβλημα της απασχόλησης που προκύπτει από την ύφεση.

Ο λόγος είναι ότι το αναμενόμενο θα ήταν όσοι ήδη έχουν στενή σχέση με τον πρωτογενή τομέα και βρίσκονται σε πολύ ευνοϊκότερη θέση από όσους τον έχουν εγκαταλείψει να συνεχίσουν την απασχόλησή τους στον πρωτογενή τομέα, εφόσον θεωρείται ότι αυτός έχει κάποια δυναμική.

Συνοψίζοντας, όσον αφορά την απασχόληση στον πρωτογενή τομέα, η συμμετοχή του στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό είναι υπερτριπλάσια από τη συμμετοχή του στο ΑΕΠ, και τα χρόνια της ύφεσης ο λόγος μεταξύ των δύο μεγεθών επιδεινώθηκε. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορεί να στηρίξει με επαρκές εισόδημα τον μέσο απασχολούμενο και ότι η αδυναμία αυτή μεγεθύνεται. Η παρατηρούμενη λόγω κρίσης σχετική αναβάθμιση της απασχόλησης είναι περιορισμένη και συγκυριακή, ενώ σε απόλυτους αριθμούς έχει μειωθεί.

Όπως υπογραμμίζεται μάλιστα στην έρευνα, η αναμενόμενη εξέλιξη που συνοδεύει την οικονομική ανάπτυξη είναι η περαιτέρω μείωση της απασχόλησης στον πρωτογενή τομέα και όχι η αύξησή της.

Βέβαια, έχει ήδη αναφερθεί ότι η ύφεση, η κατάρρευση του δευτερογενούς και του τριτογενούς τομέα, καθώς και η υπέρμετρη ανεργία επιδρούν ανασταλτικά στη μετακίνηση του ανθρώπινου δυναμικού από τον πρωτογενή τομέα, και έτσι επιβραδύνεται η επιθυμητή έξοδος του ανθρώπινου δυναμικού, ώστε η συμμετοχή στην απασχόληση να συγκλίνει με τη συμμετοχή στο ΑΕΠ.

Στην Ελλάδα, η συμμετοχή του πρωτογενούς τομέα στο ΑΕΠ ανέρχεται σε 3,3% (6,1 δισ. ευρώ σε σύνολο 182,4 δισ. ευρώ το 2013), ενώ στην απασχόληση συμμετέχει με περίπου 12%.Με βάση αυτούς τους αριθμούς, ακόμη και μια εξαιρετικά δυναμική αύξηση της προστιθέμενης αξίας στον πρωτογενή τομέα θα είχε περιορισμένη επίδραση στο ΑΕΠ.Ο πρωτογενής τομέας ακόμη και στο πεδίο, όπου πράγματι μπορεί να διαδραματίσει ισχυρό ρόλο, στην οικοδόμηση εγχώριων κλαδικών διασυνδέσεων, έχει υποστεί σημαντικές απώλειες.

Ωστόσο, κατά το Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, δεν θα πρέπει να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι πρόκειται για τομέα χωρίς περιθώρια ανάπτυξης και χωρίς δυνατότητες ως προς την αντιμετώπιση της κρίσης. Ο πρωτογενής τομέας μπορεί να συμβάλει στην παραγωγική ανασυγκρότηση, ανάλογα με το μέγεθός του και ως τμήμα του αγροτροφικού συστήματος, με πολιτικές, οι οποίες θα φέρουν στην επιφάνεια τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες του.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.