Οι υγρότοποι, η σημασία τους για την Ελλάδα και ο κίνδυνος που λέγεται άνθρωπος

του Νίκου Αβουκάτου

Οι υγρότοποι συμβάλλουν καθοριστικά στη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Ωστόσο, η εύθραυστη υπόστασή τους απειλείται διαχρονικά κυρίως από την υπεράντληση των υδάτων τους, τη ρύπανση από υγρά και στερεά απόβλητα, τις καταπατήσεις και καταστροφές φυσικής βλάστησης, την υπεραλίευση, την άναρχη δόμηση, καθώς και από έργα εκτροπής και διευθέτησης ρεμάτων.

Τις τελευταίες δεκαετίες εμφανίσθηκαν και νέα αίτια υποβάθμισης, όπως ο μαζικός τουρισμός, οι παραθεριστικοί οικισμοί, τα παραθαλάσσια αεροδρόμια.

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος, μιλώντας στη Greenagenda.gr, η Κατερίνα Μπόλη, μέλος της ομάδας ευρωπαϊκού έργου για τους υγροτόπους, τόνισε πως«η πίεση από την κλιματική αλλαγή αναμένεται να δράσει σε συνέργεια με τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Πολλά εφήμερα υγροτοπικά οικοσυστήματα ενδεχομένως να εξαφανιστούν, αλλά και πολλά μόνιμα να συρρικνωθούν».

Η Ελλάδα μέσα σε 40 έτη (1925-1965) αποξήρανε το 67% περίπου της υγροτοπικής της έκτασης. Παρόμοιες απώλειες παρατηρήθηκαν σε πολλές άλλες χώρες της Μεσογείου, άλλα και σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Σήμερα, σε εθνικό επίπεδο, έχουν καταγραφεί περισσότεροι από 1.000 υγρότοποι οι οποίοι καταλαμβάνουν περίπου 200.000 εκτάρια (2.000 km2 ή 2.000.000 στρέμματα). Οι ελληνικοί υγρότοποι, φυσικοί ή τεχνητοί, απαντούν από την παράκτια έως την ορεινή ζώνη, ακόμη και σε αστικά περιβάλλοντα. Σε κάθε περίπτωση, επιτελούν σημαντικές λειτουργίες, παρέχουν πόρους και συνιστούν στοιχεία πολύτιμης φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η αξία τους είναι μεγάλη, τόσο σε τοπικό, όσο και σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Οι περίπου 350 υγρότοποι που βρίσκονται διάσπαρτοι σε όλη την ελληνική παράκτια ζώνη, σε απόσταση μόλις ενός χιλιομέτρου από τη θάλασσα, σταθεροποιούν τις ακτές, μειώνοντας την επίδραση των κυμάτων και των ρευμάτων, βελτιώνουν την ποιότητα του νερού συγκρατώντας τα ιζήματα, τις θρεπτικές και τις τοξικές ουσίες και επιτρέπουν την ανάπτυξη οικονομικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, συνθέτουν τους κύριους δρόμους μετανάστευσης των πουλιών, καθώς λειτουργούν ως «σταθμοί ανεφοδιασμού» για τις εκατοντάδες χιλιάδες πουλιών που μετακινούνται κάθε χρόνο μεταξύ Αφρικής, Ευρώπης και Ασίας. Οι παράκτιοι ελληνικοί υγρότοποι συνιστούν περίπου το 87% (1.755.000 στρέμματα) της υγροτοπικής έκτασης στη χώρα.

Εκτός από τους ευρέως γνωστούς μεγάλους ελληνικούς υγροτόπους, οι οποίοι αναγνωρίζονται ως Υγρότοποι Διεθνούς Σημασίας είναι αξιοσημείωτο ότι το ενδιαφέρον διεθνών, εθνικών αλλά και τοπικών πρωτοβουλιών έχει εστιαστεί στην προστασία και ανάδειξη και των μικρών υγροτόπων, λόγω της μεγάλης σπουδαιότητάς τους ως τόπων διατροφής, φωλιάσματος και αναπαραγωγής για διάφορα είδη ζώων.

Στη χώρα μας, από τους 1.000 περίπου υγροτόπους που έχουν καταγραφεί σε εθνικό επίπεδο, μόλις οι 250 είναι έκτασης μεγαλύτερης από 80 στρέμματα.

«Οι μικροί υγρότοποι αποτελούν συνδετικούς κρίκους μεταξύ των μεγάλων υγροτόπων, παρέχοντας ζωτικής σημασίας σταθμούς ξεκούρασης, καταφυγίου και διατροφής για τα μεταναστευτικά πουλιά, διασφαλίζουν την οικολογική συνοχή περιοχών του Δικτύου Natura 2000 και συνιστούν «νησίδες βιοποικιλότητας». Χαρακτηριστικό παράδειγμα υγροτόπων σε αστικό περιβάλλον αποτελούν οι 100 και πλέον υγρότοποι της Αττικής. Πρόκειται για "νησίδες βιοποικιλότητας" εντός ενός ευρύτερα υποβαθμισμένου περιβάλλοντος. Οι υγρότοποι αυτοί προσφέρουν τη δυνατότητα επαφής των κατοίκων του λεκανοπεδίου με τη φύση, βελτιώνουν το μικροκλίμα και αμβλύνουν τις πλημμυρικές αιχμές», υπογράμμισε η κα. Μπόλη.

Ακόμη και ως τεχνητοί υγρότοποι, όπως για παράδειγμα οι ταμιευτήρες της Θεσσαλίας, ο ρόλος τους στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, αλλά και για τον άνθρωπο, είναι μεγάλος, καθώς συνιστούν ένα υδάτινο δίκτυο εντός του αγροτικού περιβάλλοντος, συμβάλλοντας στη συγκράτηση και αποθήκευση των υδάτων και στη βελτίωση του μικροκλίματος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η θεσμική προστασία σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία (Ν. 3937/2011 άρθρα 13 και 20) εκκρεμεί για 730 περίπου ελληνικούς υγροτόπους. Η εφαρμογή της νομοθεσίας για την οριοθέτηση των υγροτόπων και για τον χαρακτηρισμό τους ως προστατευόμενων περιοχών, προβλέπει την έκδοση Προεδρικών Διαταγμάτων, για τα οποία απαιτείται επιστημονική τεκμηρίωση και ανάλογες διοικητικές ενέργειες από μέρους της πολιτείας.

Η συμβολή του ΕΚΒΥ στη διατήρηση των υγροτόπων

Σημαντικό σταθμό στην ιστορία για τη διατήρηση της ελληνικής φύσης αποτέλεσε η ίδρυση του Ελληνικού Κέντρου Βιοτόπων Υγροτόπων (ΕΚΒΥ). Το EKBY ιδρύθηκε το 1991, έπειτα από πρωτοβουλία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, από το Μουσείο Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας, κοινωφελή οργανισμό με πολύχρονη πείρα και διεθνώς αναγνωρισμένο έργο στην έρευνα της φύσης και στην περιβαλλοντική εκπαίδευση και ευαισθητοποίηση.

Οι δράσεις του ΕΚΒΥ σχεδιάζονται με επίκεντρο τα οικοσυστήματα· τα γνωρίσματά τους –το έδαφος, το νερό, τα φυτά, τα ζώα- αλλά και τη σχέση τους με τον άνθρωπο. H πρώτη μεγάλη προσπάθεια του ΕΚΒΥ για τους ελληνικούς υγροτόπους ήταν το 1994 με το πρώτο ολοκληρωμένο έργο απογραφής των ελληνικών υγροτόπων. Την πείρα που αποκτήθηκε την αξιοποίησε για την απογραφή των υγροτόπων σε άλλες περιοχές της Μεσογείου, ενσωματώνοντας στην εργασία του νέες τεχνολογίες και μεθόδους συλλογής, επεξεργασίας και ερμηνείας δεδομένων. Η προσπάθεια συνεχίζεται με τη συμμετοχή του στη δημιουργία ενός διαδικτυακού συστήματος οργάνωσης των πληροφοριών για τους υγροτόπους ολόκληρης της Μεσογείου και με τη συμμετοχή του σε ερευνητικά έργα για την παρακολούθηση των υγροτόπων από το διάστημα (http://swos-service.eu/). Περαιτέρω, συνεργάζεται με τους μηχανισμούς της Σύμβασης Ραμσάρ για διατήρηση των υγροτόπων στη Μεσόγειο και την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Περιβάλλοντος για την καταγραφή των υγροτόπων στην Ευρώπη.

Επίσης σε σχέση με τα υγροτοπικά οικοσυστήματα, το ΕΚΒΥ:

  • Συμμετέχει στην ευρωπαϊκή έρευνα για τη χρήση σύγχρονης τεχνολογίας στην αξιολόγηση των υπηρεσιών που παρέχονται από τα υγροτοπικά οικοσυσυστήματα, και την εκτίμηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους υγροτόπους.
  • Συνεργάζεται με ευρωπαίους εταίρους για τον καθορισμό ενιαίων μεθόδων και προσεγγίσεων αποτίμησης της οικολογικής ποιότητας των υδάτων και παρακολουθεί την κατάσταση των λιμνών της χώρας.
  • Μελετά τις απαιτήσεις των φυσικών οικοσυστημάτων σε νερό και ενημερώνει τους αρμόδιους φορείς. Τεκμηριώνει επιστημονικά την ανόρθωση και αποκατάσταση υγροτόπων, όπως οι αποξηραμένες λίμνες Κάρλα και Ασκουρίδα, οι λίμνες Δοϊράνη και Χειμαδίτιδα, οι λιμνοθάλασσες Δράνα και Καλοχωρίου.
  • Εργάζεται για τη συνετή χρήση του νερού. Επιστρατεύει νέες τεχνολογίες και μεθόδους για να ελαχιστοποιηθούν οι επιπτώσεις από την άσκηση της γεωργίας.
  • Συγκεντρώνει και οργανώνει υδρολογικές πληροφορίες και χρησιμοποιεί εργαλεία προσομοίωσης και διαχείρισης των υδατικών πόρων. Με τον τρόπο αυτό παρέχεται, για παράδειγμα, η δυνατότητα πρόβλεψης των μεταβολών που επέρχονται σε έναν υγρότοπο από αλλαγές των χρήσεων γης στη λεκάνη απορροής του από μεταβολές στον τρόπο άρδευσης, από την κατασκευή φράγματος στα ανάντη, από την εκτροπή ενός ποταμού ή από τη μείωση των βροχοπτώσεων. Στην περίπτωση του ποταμού Στρυμόνα, αναγνώρισε τη σύνθεση των καλλιεργειών για να εκτιμήσει τις αρδευτικές ανάγκες και ανέπτυξε το υδρολογικό και υδραυλικό ομοίωμα της λεκάνης απορροής του για να προσομοιώσει τους τρόπους άρδευσης.
  • Μεταφέρει τεχνογνωσία σε θέματα αειφορικής διαχείρισης υδατικών πόρων στο πλαίσιο έργων διασυνοριακής συνεργασίας. Συνεργάζεται με υπηρεσίες και επιστημονικούς οργανισμούς της Αλβανίας, της πρώην Γιουγκοσλαβίας και της Βουλγαρίας, εκπονεί από κοινού εργασίες και οργανώνει σεμινάρια κατάρτισης.
  • Δημιουργεί υποδομές ενημέρωσης, ενημερώνει το κοινό για τις αξίες των υγροτόπων και ενεργοποιεί την κοινωνία για τη διατήρηση και αειφόρο διαχείρισή τους.
Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.