Το περιβάλλον στην κορυφή της επιστημονικής έρευνας των πολιτών

του Θοδωρή Καραουλάνη

Οι πολίτες εδώ και χρόνια διεξάγουν επιστημονικές έρευνες που σχετίζονται με το περιβάλλον και την οικολογία και παράγουν πραγματικά αξιόλογο περιεχόμενο.

Υπάρχει όμως προβληματισμός στην επιστημονική κοινότητα κατά πόσον τα δεδομένα αυτά που παράγονται από ομάδες πολιτών, συλλογικότητες και μη κυβερνητικές οργανώσεις είναι επιστημονικά άρτια, είναι επιβεβαιώσιμα και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για περαιτέρω επιστημονική έρευνα, όπως συνηθίζεται στους επιστημονικούς κύκλους.

Βασικά ερωτήματα που τίθενται επίσης από επιστήμονες και φορείς είναι αν τα αποτελέσματα αυτά μπορούν να διατηρηθούν για μελλοντική έρευνα και αν μπορούν συστηματικά και πρακτικά να αξιοποιηθούν από τους διαμορφωτές πολιτικής, ώστε να έχουν μετρήσιμο αποτέλεσμα.

Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αυτά, θα πρέπει να υπάρξει εκτενής ενημέρωση για το εύρος και τις πρακτικές διαχείρισης των δεδομένων που προκύπτουν από τα έργα της Επιστήμης των Πολιτών (Citizen Science). Έτσι ονομάζεται η νέα αυτή επιστήμη που με πολυτομεακή προσέγγιση προσπαθεί να ερμηνεύσει και να παράγει απαντήσεις.

Σε αυτά τα ερωτήματα, μεταξύ άλλων, προσπάθησε να απαντήσει πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα. Το Κοινό Κέντρο Ερευνών (Joint Research Centre) της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από τις 13 Ιουλίου έως και τις 4 Σεπτεμβρίου 2015 μελέτησε 121 έργα της Επιστήμης των Πολιτών σε διεθνές επίπεδο, κατόπιν σχετικής ανοικτής πρόσκλησης σε Ενώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών, σε τμήματα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και σε σχετικούς οργανισμούς.

Όπως μας πληροφορεί το Ευρωπαϊκό Κέντρο Τεκμηρίωσης, από τα έργα που υπέβαλαν τις απαντήσεις τους και μελετήθηκαν, το 84% αφορούσε την περιβαλλοντική έρευνα, γεγονός που δεν προκαλεί εντύπωση, καθότι η συμμετοχή των πολιτών σε αυτόν τον τομέα είναι ήδη καλά εδραιωμένη. Το 23% των έργων αφορούσε τις Επιστήμες της Γης, οι κοινωνικές επιστήμες είχαν ποσοστό 10%, και η επιστήμη του Διαστήματος ποσοστό 6%. Φυσικά, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ένα έργο μπορεί να κάλυπτε περισσότερα επιστημονικά πεδία, εξού και τα σχετικά ποσοστά.

Η χρηματοδότηση των συγκεκριμένων έργων της Επιστήμης των Πολιτών προερχόταν από διαφορετικές πηγές, με το 36% των έργων να στηρίζεται σε εθνικούς πόρους, το 34% να στηρίζεται στις εισφορές σε είδος και το 22% στις δωρεές. Πολύ σημαντικά ευρήματα προέκυψαν από την έρευνα, όσον αφορά στη διαχείριση των δεδομένων που προκύπτουν από τα έργα αυτά, με το πιο ενθαρρυντικό εύρημα να είναι το γεγονός ότι οι πολίτες είναι πολύ πρόθυμοι να μοιραστούν τα αποτελέσματα των ερευνών τους, αυξάνοντας έτσι τη συμβολή τους στην επιστήμη και στη χάραξη πολιτικής.

Το 74% από τα συμμετέχοντα έργα έδιναν ανοικτή πρόσβαση στα δεδομένα τους, με 70 συμμετέχοντες να δηλώνουν ότι σκοπεύουν να παρέχουν πρόσβαση και μετά τη λήξη του έργου, ενώ οι άλλοι 51 συμμετέχοντες εγγυήθηκαν για πρόσβαση στα δεδομένα μόνο κατά την περίοδο υλοποίησης του έργου. Όσον αφορά τα ίδια τα δεδομένα αξίζει να αναφερθεί ότι είχαν ελεγχθεί με κάποιον τρόπο ως προς την αξιοπιστία τους και ακολουθούσαν πρότυπα ηθικής, απαραίτητα για δυνητική μελλοντική χρήση. Περίπου τέσσερα στα πέντε έργα  (80%) είχαν κάνει έλεγχο ποιότητας στα δεδομένα τους και το 55% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι τα δεδομένα που συλλέγονται δομούνται σύμφωνα με τα διεθνή και εγκεκριμένα πρότυπα, ενώ το 47% σε σχετικό ερώτημα απάντησε ότι η πρόσβαση στα δεδομένα, οι όροι και οι άδειες χρήσης είναι ξεκάθαρα ορισμένα.

Αναφορικά με την ανιχνευσιμότητα των δεδομένων θα πρέπει να σημειωθεί ότι μόλις  το 47% των έργων παρείχαν  δυνατότητα εντοπισμού των δεδομένων, μέσα από καταλόγους και μηχανές αναζήτησης, παρόλο που το 68% των έργων είχαν προσθέσει αναγνωριστικά στοιχεία στα δεδομένα τους (persistent identifiers), ενώ σχεδόν όλα τα έργα που μελετήθηκαν, παρείχαν πρόσβαση σε ανεπεξέργαστα (raw) και συσσωρευμένα (aggregated) στοιχεία, σαν ανοιχτά δεδομένα και έδιναν τη δυνατότητα στους χρήστες να τα "κατεβάσουν".

Αναφορικά με τη γεωγραφική κλίμακα των έργων, αυτά κυμαίνονταν από επίπεδο συνοικίας σε επίπεδο ηπείρου, κάτι που καταδεικνύει τη δυναμική της Επιστήμης των Πολιτών στο να παρέχουν δεδομένα σε διαφορετική κλίμακα. Όσον αφορά στο χρονικό πλαίσιο υλοποίησης των έργων και εκεί υπάρχει μια ποικιλομορφία με περισσότερα όμως από τα μισά έργα να «τρέχουν» για πάνω από τέσσερα χρόνια.

Συμπερασματικά, σύμφωνα με το Κοινό Κέντρο Ερευνών η έρευνα αυτή άνοιξε τον δρόμο για μια διεθνή συζήτηση για την Επιστήμη των Πολιτών, επισημαίνοντας τις καλύτερες πρακτικές που θα πρέπει να υιοθετηθούν και έβαλε στην ατζέντα θέματα που θα πρέπει να διερευνηθούν διεξοδικότερα.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.