Από την άνοιξη του 2018 οι εργασίες αναστήλωσης του Γεφυριού της Πλάκας

του Νίκου Αβουκάτου

Την άνοιξη του 2018 αναμένεται να ξεκινήσουν οι εργασίες αναστήλωσης του περίφημου γεφυριού της Πλάκας, κάτω από το οποίο διέρχεται ο όγδοος μεγαλύτερος ποταμός της χώρας, ο Άραχθος. Το θρυλικό γεφύρι, το μεγαλύτερο μονότοξο των Βαλκανίων, κατέρρευσε τη 1η Φεβρουαρίου του 2015, μετά από έντονες βροχοπτώσεις που έπληξαν τα Τζουμέρκα.

gefyri_plakas2 (800 x 576)

Το γεφύρι της Πλάκας αποτελεί ένα σύμβολο τεράστιας σημασίας και σημείο αναφοράς για ολόκληρη την περιοχή των Τζουμέρκων και ένα στοιχείο για αυξημένη επισκεψιμότητα στην περιοχή τόσο όταν ήταν όρθιο, όσο και μετά την κατάρρευσή του.

plakas 3 (800 x 449)

Ήδη, εκτελέστηκαν το καλοκαίρι του 2016 (μέσα στο πλαίσιο της 1ης Προγραμματικής Σύμβασης, στην οποία συμμετείχαν το Υπουργείο Πολιτισμού, η Περιφέρεια Ηπείρου, ο Δήμος Βορείων Τζουμέρκων, το Ε.Μ.Π. και το Τμήμα Ηπείρου του Τ.Ε.Ε.) οι εργασίες στην κοίτη του ποταμού, όπως η απομάκρυνση των πεσμένων κομματιών, ενίσχυση των βάθρων κ.α..

Το φετινό καλοκαίρι οι εργασίες αυτές θα συνεχιστούν και θα ολοκληρωθούν, έτσι ώστε να είναι όλα έτοιμα για την ουσιαστική αναστήλωση, η οποία θα γίνει με τη 2η Προγραμματική Σύμβαση, που περιλαμβάνει εκτός από τους φορείς της 1ης και το Υπουργείο Υποδομών, το οποίο θα αναλάβει όλο το έργο εφεξής και το Υπουργείο Οικονομίας, το οποίο έχει εξασφαλίσει τη σχετική πίστωση (5.600.000 €).

Στη παρούσα φάση από το Υπουργείο Υποδομών συντάσσονται οι τεχνικές προδιαγραφές και τα Τεύχη Δημοπράτησης, ώστε μέχρι τέλους του έτους να έχει αναδειχθεί ο εργολάβος του έργου.

«Η μισή μου εκτίμηση, αλλά και μισή επιθυμία μου, είναι να βρίσκονται εντός του 2018 σε πλήρη ανάπτυξη τα  έργα αποκατάστασης», είπε στη Greenagenda.gr o καθηγητής του Εθνικού Μετσόβειου Πολυτεχνείου και  συντονιστής της Ομάδας Έργου Δημήτρης Καλιαμπάκος.  

Σύμφωνα με τον κ. Καλιαμπάκο, θα αξιοποιηθούν μεγάλα κομμάτια που έχουν διασωθεί καθώς και η αυθεντική πέτρα που χρησιμοποίησε ο πρωτομάστορας Κώστας Μπέκας.

«Το φετινό καλοκαίρι πρέπει να γίνουν επιπλέον εργασίες που αφορούν τη συντήρηση του και να τοποθετηθεί ο κεφαλόδεσμος, δηλαδή η βάση που θα πατήσει η θεμελίωση του γεφυριού στην ανατολική πλευρά», σημείωσε ο κ. Καλιαμπάκος.

Από την πλευρά του, ο δήμαρχος Βόρειων Τζουμέρκων Ιωάννης Σεντελές τόνισε ότι«πλέον η μάχη θα δοθεί με το χρόνο και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες».

plaka 1 (700 x 394)

Όπως ανέφερε ο κ. Σεντελές, το ενδιαφέρον της Πολιτείας ήταν από την πρώτη στιγμή τεράστιο, αφού ήδη την επομένη μέρα της κατάρρευσης είχαμε συνάντηση με τον τότε Υπουργό Πολιτισμού, δρομολογώντας ουσιαστικά τη διαδικασία της αναστήλωσης. «Το ενδιαφέρον φτάνει μέχρι τον ίδιο τον πρωθυπουργό και το γεγονός ότι έχει εξασφαλιστεί το απαιτούμενο ποσό και έχει παγιωθεί η διαδικασία συνεργασίας των εμπλεκόμενων φορέων δείχνει ότι πράγματι η υπόθεση του Γεφυριού της Πλάκας αντιμετωπίζεται σαν μια υπόθεση εθνικής σημασίας», σημείωσε ο δήμαρχος Βόρειων Τζουμέρκων.

Η Περιφέρεια Ηπείρου και ο Δήμος Βορείων Τζουμέρκων, έχοντας ολοκληρώσει τις παρεμβάσεις στα βάθρα του γεφυριού, παραμένουν κοντά σε όλη τη διαδικασία και παρέχουν κάθε βοήθεια σε τοπικό επίπεδο. Οι υπόλοιποι φορείς (Ε.Μ.Π., Τ.Ε.Ε.) παρέχουν σημαντικότατες υπηρεσίες σε επιστημονικό επίπεδο.

«Από την πρώτη στιγμή το ενδιαφέρον απλών πολιτών (σε όλη την Ελλάδα και όχι μόνο), επιχειρηματιών και φορέων ήταν πολύ μεγάλο, συγκινητικό και ελπιδοφόρο, δίνοντας σε όλους μας δύναμη να προχωρήσουμε στο δύσκολο έργο της αναστήλωσης», κατέληξε ο κ. Σεντελές.

Επταπλάσιο το οικονομικό όφελος από το κόστος

Το έντονο ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για την αποκατάσταση του γεφυριού απέδειξε το διατμηματικό πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών (ΔΠΜΣ) του ΕΜΠ με θέμα: «Περιβάλλον και Ανάπτυξη των Ορεινών Περιοχών». Το πρόγραμα αφορούσε την αξία αναστήλωσης του γεφυριού της Πλάκας για την κοινωνία.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της μελέτης, η ελληνική κοινωνία επιθυμεί την αναστήλωση του γεφυριού σε ποσοστό 86%. Η επιθυμία του κόσμου, όπως φαίνεται, είναι σχεδόν καθολική, ενώ το οικονομικό όφελος εκτιμάται ως 6 με 7 φορές μεγαλύτερο από το κόστος της αναστήλωσης.

«Το γεφύρι της Πλάκας είναι ένα πολιτιστικό μνημείο της χώρας το οποίο πρέπει να αφήσουμε σαν κληρονομία για τις επόμενες γενιές», τόνισε ο αναπληρωτής καθηγητής ΕΜΠ Δ. Δαμίγος.

Βασικά στοιχεία και συμπεράσματα της έρευνας του ΕΜΠ

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε της Υποθετικής ή Εξαρτημένης Αξιολόγησης (Contingent Valuation Method) στο πλαίσιο του μαθήματος «Περιβαλλοντική Οικονομία: Εφαρμογές σε Ζητήματα Ανάπτυξης των Ορεινών Περιοχών» του Δ.Π.Μ.Σ. «Περιβάλλον και Ανάπτυξη των Ορεινών Περιοχών», το οποίο πραγματοποιείται στις εγκαταστάσεις του ΕΜΠ στο Μετσόβιο Κέντρο Διεπιστημονικής Έρευνας (ΜΕΚΔΕ του ΕΜΠ) στο Μέτσοβο. Πρόκειται για μία μέθοδο ευρέως αποδεκτή και χρησιμοποιούμενη σε ένα πλήθος περιπτώσεων αποτίμησης περιβαλλοντικών και πολιτιστικών αγαθών. Μέχρι και το 2011 είχαν καταγραφεί περισσότερες από 7500 εφαρμογές της μεθόδου σε κρίσιμα ζητήματα λήψης αποφάσεων, από την κλιματική αλλαγή μέχρι σε δικαστικές διαμάχες για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής αποζημίωσης σε μεγάλα περιβαλλοντικά ατυχήματα, όπως του πετρελαιοφόρου Exon Valdez στην Αλάσκα, ή της πλατφόρμας της ΒΡ στον Κόλπο του Μεξικού.

Η έρευνα επιχείρησε να απαντήσει ένα βασικό και πάντα καίριο ερώτημα:

Δικαιολογείται κοινωνικά το έργο της αναστήλωσης εν μέσω οικονομικής κρίσης;

Παράλληλα, μέσα από την έρευνα διερευνήθηκε πώς έχει επιδράσει ο χρόνος στην ομόθυμη στάση της κοινωνίας, που αναδείχθηκε από αντίστοιχη έρευνα το 2015, υπέρ της υλοποίησης του έργου.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε το διάστημα 15 Μαρτίου - 10 Απριλίου 2017. Ο πληθυσμός αναφοράς ήταν τα ελληνικά νοικοκυριά (3.808.950). Για τους σκοπούς της έρευνας χρησιμοποιήθηκε ειδικά δομημένο ερωτηματολόγιο. Η συλλογή της πληροφορίας έγινε με τηλεφωνικές συνεντεύξεις από δείγμα 353 ελληνικών νοικοκυριών, τα οποία επελέγησαν με στρωματοποιημένη δειγματοληψία ως προς τις γεωγραφικές ενότητες και επιλογή επιμέρους δειγμάτων με τυχαία δειγματοληψία.

Τα σημαντικότερα ευρήματα είναι τα ακόλουθα:

·       Δύο στους τρεις ερωτώμενους δηλώνουν ενημερωμένοι για το συμβάν της κατάρρευσης του Γεφυριού. Η γνώση του συμβάντος φαίνεται να έχει υποχωρήσει σημαντικά σε σύγκριση με το 2015 (ήταν στο 91%). Όμως, είναι σημαντικό το γεγονός ότι, δύο χρόνια μετά το συμβάν σε μία δύσκολη καθημερινότητα με δυσβάσταχτα προβλήματα, με καταιγισμό πληροφοριών κι ενώ το Γεφύρι δεν αποτελεί πλέον  κεντρικό αντικείμενο ενημέρωσης, ένα υψηλό ποσοστό της ελληνικής κοινωνίας γνωρίζει για την κατάρρευση του Γεφυριού.

·       Ιδιαίτερης σημασίας εύρημα αποτέλεσε επίσης το γεγονός ότι σε ανοιχτού τύπου ερώτηση (δηλ. ο ερωτώμενος δήλωνε ελεύθερα την απάντηση), εκφράστηκαν αρνητικά συναισθήματα σε σχέση με την κατάρρευση του Γεφυριού σε ποσοστό κοντά στο 90%, με κυρίαρχα αυτά της θλίψης και της αίσθησης απώλειας. Φαίνεται δηλ. ότι δύο χρόνια μετά η ακτινογραφία των συναισθημάτων παραμένει ίδια, σε πανελλαδικό επίπεδο.

·       Όσον αφορά στους λόγους κατάρρευσης του Γεφυριού, οι ερωτώμενοι θεωρούν ότι σε ποσοστό άνω του 40% οφείλεται στην αδιαφορία της Πολιτείας και των αρμόδιων φορέων, σε ποσοστό 23% στα ακραία καιρικά φαινόμενα,  σε ποσοστό 15% στην παλαιότητα του Γεφυριού και σε ποσοστό 4% στην αδιαφορία της κοινωνίας συνολικά. Επισημαίνεται ότι οι απαντήσεις αυτές αφορούν στο πώς έχουν καταγραφεί τα αίτια της κατάρρευσης στην κοινωνική συνείδηση και όχι στο ποιες ήταν οι αντικειμενικές αιτίες που είναι ζήτημα επιστημονικής έρευνας. Αντίστοιχη εικόνα υπήρχε και στην έρευνα του 2015.

·       Συγκλονιστικό εύρημα αποτέλεσε το γεγονός ότι, όπως και στην αντίστοιχη έρευνα του 2015, ποσοστό άνω του 85% επιθυμεί την αναστήλωση του Γεφυριού κατά το δυνατόν στην αρχική του μορφή. Μόλις 7% δηλώνει ότι δεν πρέπει να διατεθούν πόροι για το Γεφύρι γιατί υπάρχουν άλλες προτεραιότητες και, πρακτικά μηδενικό ποσοστό (κοντά στο 1%) δηλώνει ότι δεν πρέπει να ξανακτιστεί το Γεφύρι για να υπενθυμίζει την αδιαφορία της κοινωνίας. Τα αποτελέσματα αυτά αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι προέρχονται από ένα πανελλαδικό δείγμα (μάλιστα φαίνεται ότι η επιθυμία αναστήλωσης δεν εξαρτάται από το αν έχει ή όχι ο ερωτώμενος σχέση με την Ήπειρο) και βρισκόμαστε δύο χρόνια μετά το συμβάν, σε μια κοινωνία που ταλανίζεται ακόμη από την κρίση.

·       Η επιθυμία για την αναστήλωση παραμένει αμετακίνητη. Όμως, η Πολιτιστική Οικονομία είναι ένα πολύ πιο «ευαίσθητο εργαλείο» που αναδεικνύει πτυχές που μια απλή έρευνα κοινής γνώμης δεν μπορεί να συλλάβει, όπως για παράδειγμα την «ένταση» της επιθυμίας αναστήλωσης. Αυτή εκφράζεται μέσα από την προθυμία της οικονομικής ενίσχυσης των έργων αναστήλωσης με μια εφάπαξ εθελοντική συνεισφορά. Η προθυμία χρηματικής συνεισφοράς για το έργο μειώθηκε από το 53%, το 2015, στο 38% σήμερα. Αυτό στέλνει ένα σήμα κινδύνου για το έργο και καθιστά σαφές ότι υπάρχει μια μάχη με το χρόνο, η οποία αποδεικνύεται και από άλλα ευρήματα της έρευνας. Ωστόσο, το γεγονός ότι δύο χρόνια μετά την κατάρρευση με συνέχιση αν όχι βάθεμα της οικονομικής κρίσης, 4 στους 10 Έλληνες δέχονται να συνεισφέρουν στο έργο, κάθε άλλο παρά αποθαρρυντικό είναι. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι κατά τη διερεύνηση των λόγων άρνησης συνεισφοράς στο έργο περίπου 2 στους 3 ερωτώμενους δήλωσαν ότι θα ήθελαν να συνεισφέρουν αλλά αδυνατούν λόγω χαμηλού εισοδήματος, στοιχείο που αναδεικνύει επίσης τις δραματικές επιπτώσεις της κρίσης.

·       Η μέση εθελοντική συνεισφορά ανά νοικοκυριό ανέρχεται σε 26 ευρώ περίπου. Λαμβάνοντας υπόψη τον πληθυσμό αναφοράς, το ποσοστό όσων αποδέχονται να συνεισφέρουν στο έργο και τη μέση τιμή της συνεισφοράς υπολογίζεται ότι η κοινωνική αξία του έργου, εκφρασμένη σε χρηματικούς όρους, ανέρχεται σε 38 εκατ. ευρώ περίπου. Η εκτιμώμενη αξία είναι σημαντικά μειωμένη σε σχέση με το 2015 (ανερχόταν σε 60 εκατ. ευρώ περίπου), γεγονός που οφείλεται κυρίως στη μειωμένη προθυμία πληρωμής, κατά 15 ποσοστιαίες μονάδες και λιγότερο στη μέση τιμή του ποσού συνεισφοράς.

·       Η εκτιμώμενη οικονομική αξία εκφράζει πρακτικά το κοινωνικό όφελος που θα δημιουργηθεί από την αναστήλωση του Γεφυριού. Η αξία αυτή, μολονότι μειωμένη σε σχέση με την προηγούμενη έρευνα, υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος αναστήλωσης (το οποίο σήμερα εκτιμάται σε 5,6 εκατ. ευρώ). Με τα νέα δεδομένα η έρευνα αποδεικνύει ότι το έργο εξακολουθεί να είναι κοινωνικά επωφελές. Ο λόγος οφέλους προς κόστος είναι περίπου 7, δηλαδη τα εκτιμώμενα οικονομικά οφέλη του έργου είναι περίπου 7 φορές υψηλότερα από το κόστος αναστήλωσης και, συνεπώς, αιτιολογείται με όρους καθαρού κοινωνικού οφέλους η υλοποίησή του.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Κάνετε το σχόλιό σας

Ερώτημα ασφαλείας (CAPTCHA) * Time limit is exhausted. Please reload the CAPTCHA.