Αυτή είναι η πρόταση για τη μελέτη αναδάσωσης στις καμένες περιοχές της Βόρειας Εύβοιας

του Νίκου Αβουκάτου

Στην πρόεδρο του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος, καθηγήτρια του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Θέκλα Τσιτσώνη, ανέθεσε το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να συντάξει την πρόταση για την υλοποίηση της Μελέτης Αναδάσωσης στις καμένες περιοχές της Εύβοιας. Μέρος της συγκεκριμένης πρότασης της κ. Τσιτσώνη φέρνει σήμερα στη δημοσιότητα η Greenagenda.gr.

Η καθηγήτρια του ΑΠΘ εξηγεί στη Greenagenda.gr ότι πρέπει να γίνει ειδική μελέτη αναδάσωσης, έτσι ώστε οι επεμβάσεις αυτές να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση από οικολογική άποψη, όπως επιλογή κατάλληλων δασοπονικών ειδών και τεχνικών φύτευσής τους. Η μελέτη θα υλοποιηθεί στη βάση μιας στρατηγικής προσέγγισης και στο επίπεδο εφαρμογής της θα χωριστεί σε τρία μέρη που θα υλοποιηθούν με χρονική αλληλουχία από τον τρέχοντα μήνα Σεπτέμβριο.

Όπως αναφέρει η κ. Τσιτσώνη, η χώρα μας φέτος επλήγη από μεγάλες και ανεξέλεγκτες πυρκαγιές. που κατέστρεψαν παρακείμενους οικισμούς και χωριά με τεράστιες οικονομικές απώλειες. Ευτυχώς δεν υπήρξαν ανθρώπινες απώλειες αλλά η καταστροφή χιλιάδων στρεμμάτων δασών και δασικών εκτάσεων δημιουργεί τεράστιες απώλειες στη βιοποικιλότητα, σύμφωνα με την ίδια.« Ζώα, πουλιά, έντομα, ερπετά καίγονται ζωντανά διότι δεν έχουν περιθώριο μετακίνησης και κανείς δεν οργανώνει εκκένωση για αυτά ώστε να σωθούν. Επιπλέον, κάποια που ενδεχομένως θα σωθούν θα αντιμετωπίσουν σύντομα το φάσμα της πείνας και της έλλειψης καταφυγίων. Η τροφική τους αλυσίδα έχει καταστραφεί και θα πάρει πολλά χρόνια για να επανέλθει. Αιτίες της μεγάλης καταστροφής δεν υπήρξαν μόνο τα κύματα καύσωνα και οι περίοδοι ξηρασίας που προκαλούνται από την κλιματική αλλαγή αλλά και οι αλλαγές στη χρήση γης, η εγκατάλειψη της υπαίθρου και κυρίως η έλλειψη διαχείρισης των δασικών εκτάσεων», εξηγεί η ίδια.

Σύμφωνα με την κ. Τσιτσώνη, το μεγαλύτερο μέρος των δασών που κάηκαν στη Βόρεια Εύβοια τον Αύγουστο ήταν συστάδες χαλεπίου Πεύκης. Υπάρχουν όμως και πολύ μικρότερες εκτάσεις με συστάδες Μαύρης Πεύκης, Ελάτης και Δρυός. Ένα αρκετά μεγάλο μέρος των καμένων δασών έχει ξανακαεί στο παρελθόν. Στο μεγαλύτερο μέρος τα καμένα δάση χαλεπίου Πεύκης αναμένεται να αποκατασταθούν φυσικά, τα μεν πεύκα με σπόρους, τα δε πλατύφυλλα είδη, όπως οι Δρύες (φυλλοβόλα και αείφυλλα), με παραβλάστηση.

Ειδική μελέτη αναδάσωσης

Η κ. Τσιτσώνη εξηγεί γιατί είναι αναπόφευκτη η αναδάσωση καθώς, όπως λέει, προβλήματα αποκατάστασης υπάρχουν στα δασικά οικοσυστήματα της μαύρης Πεύκης και της ελάτης, είδη τα οποία δεν είναι προσαρμοσμένα στις πυρκαγιές λόγω της ζώνης εξάπλωσής τους.

«Παρά τη δυνατότητα φυσικής αποκατάστασης εκτιμάται ότι ένα σημαντικό κομμάτι θα χρειαστεί αναδάσωση, όπως συστάδες που έχουν ξανακαεί, και δεν υπάρχουν ώριμοι σπόροι ή εκτάσεις με κλίσεις >50% ή εκτάσεις με τουριστικό ή αναψυχικό ενδιαφέρον που θα πρέπει να καταγραφούν και να χαρτογραφηθούν λεπτομερώς. Η μαύρη Πεύκη δεν αναγεννάται φυσικά μετά από μία φωτιά, διότι δεν διαθέτει ώριμους σπόρους κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Τα δασικά οικοσυστήματα της ελάτης, η οποία είναι σκιόφιλο είδος, επίσης παρουσιάζουν πρόβλημα στη φυσική αναγέννηση, διότι οι σπόροι της δεν φυτρώνουν σε απευθείας έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία. Σε περίπτωση πυρκαγιάς, επομένως, είναι απαραίτητη η αναδάσωση με υλικό που προέρχεται από σπόρους της ίδιας ή γειτονικής περιοχής», σημειώνει η καθηγήτρια του ΑΠΘ.

Στις εκτάσεις που θα αποφασιστεί αναδάσωση θα πρέπει να γίνει ειδική μελέτη αναδάσωσης, έτσι ώστε οι επεμβάσεις αυτές να είναι προς τη σωστή κατεύθυνση από οικολογική άποψη, όπως επιλογή κατάλληλων δασοπονικών ειδών και τεχνικών φύτευσής τους.

Η έρευνα για την επιτυχή αναδάσωση έδειξε ότι τα σπουδαιότερα προβλήματα που πρέπει να επιλύσει η δασική πράξη είναι αρχικά η επιλογή κατάλληλων φυτικών ειδών, δηλαδή αυτόχθονων ειδών, διότι υπάρχει μεγαλύτερη πιθανότητα επιβίωσης λόγω της μακρόχρονης διαδικασίας προσαρμογής τους. Επίσης, διατηρείται ο οικολογικός χαρακτήρας αλλά και η οικολογική ισορροπία της περιοχής, δεν αλλοιώνεται η φυσιογνωμία της και διατηρείται η βιοποικιλότητα. Ακόμη, κρίνεται αναγκαίο να διασφαλιστεί η ποιότητα του φυτευτικού υλικού που θα χρειαστεί, καθώς πρέπει να παραχθεί από σπόρους της χώρας τοπικής ή κοντινής προέλευσης. Είναι συνεπώς σημαντικό το γεγονός από πού θα γίνει η προμήθεια αυτών των φυταρίων καθώς η εισαγωγή τους από το εξωτερικό είναι οικολογικά απαράδεκτη και θα έχει ως αποτέλεσμα την επιμόλυνση των γενετικών πόρων της χώρας. Είναι απαραίτητη η αναδημιουργία των δασικών φυτωρίων.

Για τη συνολική αναδάσωση των εκτάσεων που κάηκαν φέτος, πρέπει να εκτιμηθεί, με έναν σχετικά αυθαίρετο τρόπο, ο ελάχιστος αριθμών φυταρίων που πρέπει να παραχθούν από τα κρατικά φυτώρια. Με ένα μέγεθος καμένης έκτασης περί τα 1.000.000 στρέμματα και υπολογίζοντας ότι στο 25% εξ' αυτών θα χρειαστεί μια κάποιας μορφής τεχνητή επέμβαση αναδάσωσης ή εμπλουτισμού θα χρειαστούμε: 1.000.000 x 25% x100 (φυτά/στρέμμα) = 25.000.000 φυτάρια.

Με βάση τον ανωτέρω συντηρητικό υπολογισμό και με δεδομένο ότι ένας εργαζόμενος μπορεί να φυτεύσει το μέγιστο 200 φυτάρια ανά ημέρα εξάγεται ένας αριθμός ανθρωποημερών (ΑΜ): 25.000.000/200 = 125.000

Εάν στις εργασίες αναδάσωσης απασχολούνται 500 εργάτες τότε θα απαιτηθούν 125.000/500 = 250 ημέρες για το σύνολο των φυτεύσεων.

Επειδή έχουμε δύο φυτευτικές περιόδους κατ' έτος με 50 ημέρες η κάθε μια θα απαιτηθούν 2,5 έτη εφαρμογής για την κάλυψη του συνόλου της προς αναδάσωση έκτασης, αν καλύπτει το 25% της καμένης έκτασης.

Η Πρόταση της Μελέτης Αναδάσωσης στις Καμένες Περιοχές της Βόρειας Εύβοιας στο επίπεδο εφαρμογής της θα χωριστεί σε 3 μέρη που θα υλοποιηθούν με χρονική αλληλουχία.

Η μελέτη αναδάσωσης θα έχει οριζόντια δομή και θα αφορά στο σύνολό της καμένης έκτασης. Επιπλέον, καθώς η αναγέννηση της βλάστησης είναι ένα δυναμικό φαινόμενο που μπορεί να εμφανιστεί το δεύτερο και τρίτο έτος μετά την πυρκαγιά, η μελέτη θα είναι σπονδυλωτή και θα εκτελεστεί σε στάδια ή φάσεις τα οποία θα υλοποιούνται με χρονική αλληλουχία. Η επιλογή θα γίνεται με βάση την προτεραιότητα η οποία θα τεθεί και η οποία σχετίζεται πέραν της φυσικής αναγέννησης με την ανάγκη προστασίας, την ανάγκη αισθητικής αναβάθμισης, την ύπαρξη των αναγκαίων υδατικών πόρων για την εφαρμογή συντήρησης μετά τη φύτευση κ.ά. Επίσης περιοριστικό παράγοντα αποτελεί και ο διαθέσιμος αριθμός φυταρίων που μπορεί να χορηγήσει άμεσα η Δασική Υπηρεσία χωρίς μεταφορές από μακρινές περιοχές.

Όπως έχει αναφερθεί, η μελέτη θα είναι οριζόντια και θα έχει σπονδυλωτή δομή. Αυτό επιβάλλεται καθώς με την πρόοδο της εμφάνισης αναγέννησης θα πρέπει να αναπροσαρμόζεται. Θα περιλαμβάνει ένα γενικό μέρος στρατηγικής προσέγγισης και στο επίπεδο εφαρμογής της θα χωριστεί σε 3 μέρη που θα υλοποιηθούν με χρονική αλληλουχία ως εξής:

Πιλοτική Φάση Μελέτης: Σεπτέμβριος 2021 – Οκτώβριος 2021.

Πιλοτικό Έργο Αναδάσωσης: Νοέμβριος 2021 –Δεκέμβριος 2021 (μια φυτευτική περίοδος + περίοδος συντήρησης).

1η Φάση Μελέτης: Νοέμβριος 2021 – Φεβρουάριος 2022.

Έργο Αναδάσωσης: Μάρτιος 2022 –Δεκέμβριος 2022 (δύο φυτευτικές περίοδοι + περίοδος συντήρησης).

2η Φάση Μελέτης: Νοέμβριος 2022 – Φεβρουάριος 2023.

Έργο Αναδάσωσης: Μάρτιος 2023 –Δεκέμβριος 2023 (δύο φυτευτικές περίοδοι + περίοδος συντήρησης).

3η και Τελική Αναφορά Αξιολόγησης: Φεβρουάριος 2024

«Θα πρέπει επίσης να δούμε και την κοινωνική διάσταση των αναδασώσεων», τονίζει στη Greenagenda.gr η κ. Τσιτσώνη. Και προσθέτει: «Θα πρέπει να εξεταστεί σοβαρά το μέτρο της συμμετοχής του τοπικού πληθυσμού σε όλο το φάσμα εργασιών που σχετίζονται με την αναδάσωση. Είναι ένα κοινωνικό μέτρο δημιουργίας εισοδήματος που θα ανακουφίσει όσους επλήγησαν άμεσα ή έμμεσα από τις πυρκαγιές». Τέτοιες εργασίες είναι:

· Η εργασία εντοπισμού φυσικής αναγέννησης

· Βοηθητικές εργασίες λήψης εδαφολογικών δεδομένων

· Εργασίες συλλογής σπόρων και περιποίησης σε δασικά φυτώρια

· Εργασίες φύτευσης, συντήρησης, περιποίησης και άρδευσης (μέσα από προβλέψεις στις σχετικές εργολαβίες).

Κλείνοντας, η πρόεδρος του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ τονίζει ότι το Τμήμα με το επιστημονικό προσωπικό που διαθέτει εκπληρώνει το έργο του με πραγματική ευαισθησία για το φυσικό περιβάλλον, την ποιότητα ζωής και την αειφορία των δασικών παραγωγικών πηγών της χώρας μας. «Στις σημερινές δύσκολες καταστάσεις που δημιούργησαν οι πυρκαγιές το επιστημονικό προσωπικό του Τμήματος θα σταθεί αρωγός της πολιτείας και θα συμβάλλει, με τις εξειδικευμένες γνώσεις που διαθέτει, στην όσο το δυνατόν γρηγορότερη αποκατάσταση των δασικών οικοσυστημάτων που επλήγησαν σε συνεργασία με τις δασικές υπηρεσίες», καταλήγει.

Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: Πρακτορείο Intime

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση