Η επίδραση των πυρκαγιών στις ιδιότητες των δασικών εδαφών της Ελλάδας

της Ευγενίας Παπαϊωάννου*

Το έδαφος αποτελεί ένα βασικό στοιχείο των χερσαίων οικοσυστημάτων, τόσο των φυσικών όσο και των γεωργικών, απαραίτητο για την ανάπτυξη των φυτών, καθώς και για την αποσύνθεση και ανακύκλωση της νεκρής βιομάζας. Πρόκειται για ένα πολύπλοκο ετερογενές μέσο που περιέχει ανόργανα και οργανικά υλικά, νερό και αέρα. Επιπλέον, αποτελεί ενδιαίτημα για πολλούς οργανισμούς, παίζει κρίσιμο ρόλο στον κύκλο των θρεπτικών στοιχείων, στη δέσμευση του άνθρακα καθώς επίσης και στην ανάπτυξη των φυτών. Το έδαφος είναι δυναμικό σύστημα, το οποίο παρουσιάζει βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις ως προς την υγρασία, το pH και τις οξειδοαναγωγικές συνθήκες και επίσης, ακολουθεί μια σταδιακή μεταβολή ως αντίδραση στις αλλαγές των περιβαλλοντικών παραγόντων. Θεωρείται μη ανανεώσιμος φυσικός πόρος, λόγω της ταχείας φθοράς και της αργής φάσης σχηματισμού του. Επομένως, η υποβάθμιση των βιολογικών, χημικών και φυσικών ιδιοτήτων των δασικών εδαφών μειώνει την ικανότητά τους να λειτουργούν πλήρως, με επιπτώσεις είτε προσωρινές είτε μόνιμες. Βασικοί παράγοντες υποβάθμισης του εδάφους στα δασικά οικοσυστήματα είναι η αποψίλωση των δασών, οι πυρκαγιές, η διάβρωση και η ρύπανση. Η διαχείριση του εδάφους πρέπει να εξασφαλίζει, πέραν των άλλων, την πρόληψη της υποβάθμισής του ή καλύτερα τη συνεχή βελτίωσή του, γιατί θεωρείται ένας σημαντικός πλουτοπαραγωγικός πόρος που εξασφαλίζει στον άνθρωπο, μέσω των λειτουργιών του, σημαντικά υλικά αγαθά.

Σήμερα, τα δάση της χώρας μας καταλαμβάνουν τα αβαθή, φτωχά, πετρώδη, με μεγάλες κλίσεις εδάφη, που δεν μπορούν εύκολα να καλλιεργηθούν και συνήθως βρίσκονται μακριά από κατοικημένες περιοχές. Τα δασικά εδάφη μπορούν να θεωρηθούν φυσικοί σχηματισμοί, με σχετικά καλά καθορισμένους φυσικούς ορίζοντες, ενώ στα γεωργικά εδάφη επιδιώκεται με τεχνικά μέσα η δημιουργία επιθυμητών φυσικών και χημικών συνθηκών. Η γονιμότητα των δασικών εδαφών μπορεί να διατηρηθεί καλύτερα με την ανάπτυξη υγιών και συμπαγών συστάδων από δασικά είδη, καλά προσαρμοσμένων στο εκάστοτε κλιματεδαφικό περιβάλλον. Κάτω από ευνοϊκές κλιματολογικές συνθήκες, για ένα συγκεκριμένο δασοπονικό είδος, η παραγωγικότητα ενός τόπου εξαρτάται αποκλειστικά από τις εδαφικές συνθήκες. Ορισμένες από τις εδαφικές ιδιότητες που επηρεάζουν την αύξηση των δέντρων είναι πρακτικά σταθερές και δεν επηρεάζονται εύκολα από τον άνθρωπο, όπως είναι η μηχανική σύσταση, το βάθος και η τοπογραφική διαμόρφωση. Άλλες, όπως είναι η περιεκτικότητα σε οργανική ουσία, η δομή, το πορώδες και η διηθητικότητα του εδάφους, μπορούν να μεταβληθούν. Για τις αυξητικές συνθήκες των δασικών δέντρων στη χώρα μας, μεγάλη σημασία έχει ο όγκος του εδάφους, τον οποίο εκμεταλλεύονται οι ρίζες τους, επειδή από τον όγκο αυτόν εξαρτώνται άμεσα η ποσότητα και το είδος των διαθέσιμων για τα φυτά θρεπτικών στοιχείων και η διαθέσιμη υγρασία.

Σανιδότοιχοι για τον περιορισμό της επιφανειακής διάβρωσης και απορροής.

Ο διαθέσιμος για τα δέντρα όγκος του εδάφους εξαρτάται κυρίως από το βάθος του. Στην Ελλάδα, ο σπουδαιότερος παράγοντας για την αύξηση της δασικής βλάστησης είναι το βάθος του εδάφους, όχι τόσο γιατί αυτό εξασφαλίζει καλή στήριξη στα δέντρα, αλλά γιατί με το μεγάλο όγκο εδάφους που εκμεταλλεύονται οι ρίζες, εξασφαλίζονται θρεπτικά στοιχεία και υγρασία για τις ανάγκες των φυτών. Το ριζικό σύστημα πολλών δασοπονικών ειδών εμφανίζει μεγάλη παραλλακτικότητα. Δηλαδή, οι ρίζες έχουν την ικανότητα να μεταβάλλουν τη μορφή τους ανάλογα με τις εδαφικές συνθήκες. Η πεύκη σε βαθιά, χαλαρά εδάφη σχηματίζει βαθύ και ισχυρό ριζικό σύστημα με πασσαλόριζα και φθάνει σε βάθος μεγαλύτερο από 4 μέτρα, ενώ σε αβαθή εδάφη δεν σχηματίζει πασσαλόριζα, αλλά πλάγιες ρίζες που εκτείνονται σε μεγάλο χώρο.

Επειδή η παραγωγικότητα του εδάφους συνδέεται άμεσα με την αύξηση των φυτών, των οποίων οι ανάγκες συχνά είναι διαφορετικές σε θρεπτικά στοιχεία, είναι δυνατόν ένα έδαφος να έχει την ικανότητα να εφοδιάζει ικανοποιητικά με τα απαραίτητα θρεπτικά στοιχεία ένα δασοπονικό είδος, όχι όμως και ένα άλλο με διαφορετικές απαιτήσεις. Η ικανότητα αυτή των δασικών εδαφών δεν είναι πάντα σταθερή, αλλά εξαρτάται από τα αποθηκευμένα στο έδαφος θρεπτικά στοιχεία που μπορούν να προσληφθούν από τα φυτά, από το μητρικό πέτρωμα, τις κλιματολογικές συνθήκες, την ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων, τη δραστηριότητα των μικροοργανισμών, καθώς και από τις τοπογραφικές συνθήκες της περιοχής. Με την τρέχουσα υπερθέρμανση του πλανήτη, οι υψηλότερες θερμοκρασίες και οι ακραίες ξηρασίες αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο δασικών πυρκαγιών. Υπάρχουν αρκετές πρόσφατες προβλέψεις σχετικά με την πιθανή αύξηση της διάρκειας, της έντασης και της συχνότητας των πυρκαγιών σε δασικές περιοχές, λόγω υψηλότερων θερμοκρασιών. Επομένως, ο αυξημένος κίνδυνος πυρκαγιάς δεν θα επηρεάσει μόνο τη δασική χλωρίδα, αλλά και τις φυσικές, χημικές και βιολογικές ιδιότητες του εδάφους. Οι πυρκαγιές αποτελούν καταστροφικό παράγοντα στα περισσότερα δασικά οικοσυστήματα των εύκρατων περιοχών και θεωρούνται παγκόσμια φαινόμενα που επηρεάζουν τις περισσότερες χερσαίες περιοχές. Επιδρούν στην οικολογία και τη λειτουργία των δασών, επηρεάζοντας την ανανέωση των θρεπτικών στοιχείων, την υδροφοβία, τη σύνθεση και την αναγέννηση των ειδών και την οικολογική βιοποικιλότητα. Οι πυρκαγιές είναι συχνά αποτέλεσμα ανθρωπογενών δραστηριοτήτων, ενώ οι φυσικές πυρκαγιές αντιπροσωπεύουν μόνο ένα μικρό ποσοστό των παγκόσμιων πυρκαγιών. Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν σημαντική αιτία υποβάθμισης του εδάφους και απώλειας θρεπτικών στοιχείων μέσω της εξαέρωσης και της διάβρωσης. Επίσης, επηρεάζουν τη βιολογική και φυσικοχημική ποιότητα των εδαφών και μειώνουν τα αποθέματα θρεπτικών στοιχείων μέσω διαφόρων μηχανισμών, όπως η εξάτμιση, η οξείδωση, η μεταφορά τέφρας και η διάβρωση. Πολλές μελέτες αναφέρουν μια δραστική μείωση του άνθρακα και της μικροβιακής βιομάζας σε βραχυπρόθεσμη βάση, μετά από δασικές πυρκαγιές. Επιπλέον, μετά την πυρκαγιά παρατηρείται μείωση των θρεπτικών στοιχείων του εδάφους, καθώς ελαττώνονται κατά 50-75% το άζωτο (Ν), 35-50% ο φώσφορος (P) και 25-50% το μαγνήσιο (Mg) μέσω της εξαέρωσης και των διεργασιών της οξείδωσης. Δασικές πυρκαγιές με θερμοκρασίες μεγαλύτερες των 300°C είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή της υδατοϊκανότητας του εδάφους, με σημαντικό αντίκτυπο στον κύκλο του νερού του εδάφους και στα χαρακτηριστικά της διάβρωσης. Ωστόσο, το αποτέλεσμα των πυρκαγιών στους δείκτες ποιότητας του εδάφους, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ένταση και τη συχνότητά τους.

Μια έντονη πυρκαγιά που κινείται με αργό ρυθμό έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη επίπτωση στο έδαφος από μια πυρκαγιά που κινείται γρήγορα. Επιπλέον, θερμοκρασίες 850°C και υψηλότερες μπορούν να αναπτυχθούν σε επιφάνειες εδάφους με μεγάλη ποσότητα ξηρής καύσιμης ύλης και μπορεί να έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στις εδαφικές ιδιότητες.

Για τον περιορισμό όλων αυτών των καταστρεπτικών συνεπειών, μετά από κάθε πυρκαγιά θα πρέπει να λαμβάνονται άμεσα και όσο το δυνατόν αποτελεσματικά μέτρα. Αυτά τα μέτρα θα πρέπει να ακολουθούν ορισμένες συνθήκες που αφορούν τόσο την καμένη έκταση όσο και τις καλλιεργήσιμες και κατοικημένες περιοχές. Σε μια καμένη λεκάνη απορροής είναι αναμενόμενο ότι οποιαδήποτε επέμβαση που αφορά την απομάκρυνση της εναπομείνουσας βιομάζας θα έχει σαν αποτέλεσμα την καταστροφή των επιφανειακών συσσωματωμάτων του εδάφους και την απώλεια εδαφικού υλικού πλούσιου σε οργανική ουσία. Να σημειωθεί ότι η υλοτομία και η μεταφορά της ξυλείας πρέπει να περιορίζεται μέχρι την τρέχουσα βλαστική περίοδο και όχι παραπάνω από ένα έτος. Ανάλογα με τη μορφολογία της καμένης επιφάνειας, καθορίζονται συγκεκριμένες θέσεις οι οποίες σε περιπτώσεις έντονων βροχοπτώσεων παρουσιάζουν τα φαινόμενα της πλημμυρικής απορροής. Οι θέσεις αυτές πρέπει να εντοπίζονται, ιδιαίτερα όταν έχουν άμεση επίδραση σε κατοικημένες περιοχές και να δρομολογούνται έργα που θα προστατεύσουν το έδαφος της ίδιας της θέσης από φαινόμενα διάβρωσης, αλλά και όλης της περιοχής που βρίσκεται προς τα κατάντη. Η διάβρωση προκαλεί καταστροφές στην περιοχή που λαμβάνει χώρα και συγχρόνως έχει ανεπιθύμητα αποτελέσματα σε θέσεις έξω από την περιοχή διάβρωσης, μέσα στο ευρύτερο τοπίο. Οι επιπτώσεις έξω από τη βασική περιοχή που υπέστη διάβρωση, οφείλονται στην περίσσεια νερού, ιζημάτων και στο χημικό φορτίο προς τα κατάντη των λόφων και των ρεμάτων. Η περισσότερο εμφανής καταστροφική πλευρά της διάβρωσης είναι η ίδια η απώλεια του εδάφους. Στην πραγματικότητα, η υποβάθμιση που υφίσταται το έδαφος είναι μεγαλύτερη από ότι δείχνει η απώλειά του, γιατί το εδαφικό υλικό που απομακρύνθηκε έχει μεγαλύτερη αξία από αυτό που έμεινε πίσω.

Μικρό ξύλινο φράγμα.

Τα αντιδιαβρωτικά έργα που θα πραγματοποιηθούν για τη συγκράτηση του επιφανειακού εδάφους στην ευρύτερη δασική περιοχή θα πρέπει να διατηρήσουν την αποτελεσματικότητά τους σε ισχύ, τουλάχιστον μέχρι την αποκατάσταση της δασικής βλάστησης. Επειδή το κόστος των αντιδιαβρωτικών έργων κρίνεται αρκετά υψηλό, θα πρέπει να εξετάζεται η δυνατότητα της χρησιμοποίησης υλικών από την ίδια την περιοχή. Τα σημαντικότερα από τα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα στις πλαγιές και στα ρέματα μπορεί να είναι:

  • Κορμοδέματα
  • Κλαδοπλέγματα
  • Σανιδότοιχοι
  • Μικρά ξύλινα φράγματα
  • Φράκτες από συρματοπλέγματα και ξύλινους πασσάλους.
  • Φράγματα από οπλισμένο σκυρόδεμα
  • Φράγματα από συρματόπλεκτα κιβώτια
  • Τοίχοι από ξηρολιθοδομή

Στις περιπτώσεις που λόγω αποστάσεων και απουσίας δασικών δρόμων, δεν είναι δυνατή η απομάκρυνση των κορμών των καμένων δένδρων, θα πρέπει να γίνεται υλοτομία και τοποθέτηση των κορμών κατά τις χωροσταθμικές καμπύλες. Παράλληλα, κρίνεται σκόπιμο όλα τα υλικά που θα προκύψουν από την αποκλάδωση των κορμών να παραμείνουν στην επιφάνεια του εδάφους, με σκοπό να ενισχυθεί η γονιμότητά του.

*Η Ευγενία Παπαϊωάννου είναι κάτοχος MSc και PhD Εδαφολογίας, ΑΠΘ

Κεντρική φωτογραφία: Αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα πλησίον κατοικημένων περιοχών.

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση