Ευκαιρίες με... άρωμα

  

ρίγανη

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζεται  για την καλλιέργεια  των αρωματικών – φαρμακευτικών φυτών. Τα τελευταία χρόνια  φαίνεται  να είναι  από τις πρώτες επιλογές  νέων αγροτών. Όμως, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει  να γνωρίζουν  που θα καταλήξει  η παραγωγή τους.

Οι δυνατότητες ανάπτυξης του κλάδου των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών στην Ελλάδα, τόσο στον πρωτογενή, όσο και στον τομέα μεταποίησης, είναι μεγάλες, με την προϋπόθεση βέβαια του σωστού σχεδιασμού. Η ανάγκη για αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής παραγωγής και η στροφή σε καινοτόμα -green και non food products, συναντούν στην περίπτωση των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών την καλύτερη εκπροσώπησή τους.

Τελευταία, υπάρχει αυξημένο ενδιαφέρον για την καλλιέργεια των αρωματικών φαρμακευτικών φυτών, ιδιαίτερα ως εναλλακτικής του καπνού, βαμβακιού, ορισμένων δημητριακών, αλλά και σε ορεινές – ημιορεινές περιοχές.

Η  Δρ Πασχαλίνα Χατζοπούλου αναπληρώτρια ερευνήτρια ΕΘΙΑΓΕ. ΚΓΕΒΕ – Τμήμα Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών   επισημαίνει  ότι «η παραπληροφόρηση εγκυμονεί  κινδύνους  για τον επενδυτή. Για αυτό το λόγο χρειάζεται να επιδεικνύει   μέτρο αλλά και σύνεση».

 Σύμφωνα με την κ. Χατζοπούλου  πριν από οποιαδήποτε εμπλοκή-επαγγελματική ενασχόληση με το αντικείμενο των Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών θεωρείται απαραίτητη η διερεύνηση της αγοράς αυτών των φυτικών προϊόντων . Οι υποψήφιοι παραγωγοί αφού προσδιορίσουν και καθορίσουν ποιός τομέας αγοράς είναι ο πιο πρόσφορος και κατάλληλος ως προς τα παραγόμενα προϊόντα τους (αρτύματα, φαρμακευτικά προϊόντα, βιομηχανία τροφίμων, καλλυντικών, αιθερίων ελαίων κ.α) και την κλίμακα της παραγωγής τους, θα πρέπει να ψάξουν πού «βρίσκονται» οι κατάλληλες αγορές. Επιπλέον, χρειάζεται να γίνει εξαρχής μια σφαιρική προσέγγιση ως προς την αξιοποίηση, αλλά και το κόστος παραγωγής, ειδικότερα ως προς την περαιτέρω επεξεργασία και μεταποίηση (έστω και από πολύ μικρές βιοτεχνικές μονάδες, που μπορεί να βρίσκονται πολύ κοντά στις τοποθεσίες των παραγωγών), πράγμα που προσθέτει υπεραξία στο τελικό προϊόν. Το τελευταίο είναι ιδιαίτερα σημαντικό και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την επιλογή των φυτικών υλικών που θα εγκατασταθούν, όπως και το σχεδιασμό για την προώθησή τους. Όμως, και άλλοι παράγοντες πρέπει να εξεταστούν, προσεκτικά, πριν την τελική επιλογή και την εμπλοκή με τις καλλιέργειες: α) Η καταλληλότητα των εδαφών και των κλιματικών / οικολογικών συνθηκών β) H διαθεσιμότητα του νερού, γ) Αντιμετώπιση εχθρών και προσβολών δ) Τα μέσα συγκομιδής δ) Δυνατότητες επεξεργασίας –ξήρανσης –αποθήκευση κλπ. Οι καλλιέργειες των Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών μπορεί να είναι ετήσιες (βασιλικός, κορίανδρος, μάραθος, γλυκάνισο, χαμομήλι), ή πολυετείς (ρίγανη, λεβάντα, φασκόμηλο, θυμάρι, δενδρολίβανο, βαλεριάνα, εχινάτσεα κ.α). Τα περισσότερα είδη πολλαπλασιάζονται με σπόρο, και μετά τη δημιουργία των αρχικών φυταρίων σε υπαίθρια σπορεία, ή θερμοκήπια, μεταφυτεύονται στο χωράφι, το φθινόπωρο ή την Άνοιξη. Άλλα είδη πολλαπλασιάζονται δύσκολα, ή και καθόλου με σπόρο, γι αυτό και επιλέγονται άλλοι τρόποι πολλαπλασιασμού, όπως η δημιουργία μοσχευμάτων, παραφυάδες, ή ο πολλαπλασιασμός με ριζώματα, ή με έτοιμα φυτάρια από το εμπόριο.

                                                           

  Πρωταρχικό σημείο και καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχημένη παραγωγή Αρωματικών Φαρμακευτικών φυτών, αλλά και για την τελική ποιότητα και τη ζήτηση ειδικά στις διεθνείς αγορές, είναι η επιλογή του ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΥ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ. Οι συνήθεις στρεμματικές αποδόσεις των Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών στην Ελλάδα μπορούν να κυμαίνονται κατά μέσο όρο από 150 έως 500 ευρώ, ή και πολύ περισσότερο (καθαρά ανά στρέμμα), ανάλογα με το φυτικό είδος. Επομένως, το μέγεθος της καλλιεργούμενης έκτασης θα προσδιορίσει και την πρόσοδο. Εκτάσεις τεσσάρων – πέντε – δέκα συνολικά στρεμμάτων είναι συνήθως πολύ μικρές για ικανοποιητικά έσοδα, γιατί έτσι ο παραγωγός θα διαθέτει την παραγωγή των χύδην ξηρών αρωματικών φυτών σχεδόν αποκλειστικά στις τοπικές αγορές. Για να είναι κερδοφόρες οι πωλήσεις αυτών των φυτικών υλικών θα πρέπει να επεκταθούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, αλλά και η όποια μικρή ή άκρως επαγγελματική επεξεργασία - με τη χρήση εξειδικευμένου μηχανολογικού εξοπλισμού - θα τους προσθέσει την επιθυμητή υπεραξία.

  ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ – ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΠΙΤΥΧΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΑΣ

 Τα Αρωματικά Φαρμακευτικά Φυτά είναι προϊόντα που αφήνουν κέρδος, με την προϋπόθεση ότι ο παραγωγός θα ασχοληθεί σοβαρά, θα αφιερώσει πολύ χρόνο και εργασία για την παραγωγή, την επεξεργασία τους, αλλά και την εμπορία τους, και θα τηρηθούν οι κανόνες και αρχές για μια υψηλής ποιότητας παραγωγή.

Η προώθηση και εμπορία των Αρωματικών Φαρμακευτικών φυτών και των αιθερίων ελαίων είναι ιδιαίτερα σημαντικές και καθορίζουν ουσιαστικά την οικονομικότητα του όλου εγχειρήματος. Αγορές υπάρχουν και μάλιστα με αρκετά περιθώρια ώστε να απορροφήσουν την όποια ελληνική παραγωγή. Η είσοδος σε νεόφερτους είναι σίγουρα εφικτή, αλλά και δύσκολη. Βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχή είσοδο και εδραίωση, ιδιαίτερα στις ξένες αγορές, είναι: προϊόντα υψηλής ποιότητας – ιδιαίτερα βιολογικά και κυρίως σταθερότητα και συνέχεια στην παράδοση.

Παρά το γεγονός ότι η καλλιέργεια των αρωματικών- φαρμακευτικών φυτών  στην Ελλάδα είχε ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, εξακολουθεί να θεωρείται ένα σχετικά νέο πεδίο δράσης για τον ελλαδικό χώρο προσφέροντας μια εναλλακτική δυναμική ανάπτυξης στον πρωτογενή τομέα, ενώ δίνει ώθηση και στον δευτερογενή τομέα της μεταποίησης.

Πρόκειται εξάλλου για μια καλλιέργεια που πέραν των μεγάλων προοπτικών ανάπτυξης που παρουσιάζει όχι μόνο στη βιομηχανία τροφίμων, αλλά και στη φαρμακοβιομηχανία και την αρωματοποιία με την παρασκευή αιθέριων ελαίων, επιδοτείται με μεγάλα ποσά ενίσχυσης από τα χρηματοδοτικά προγράμματα του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης.

Στη χώρα μας ευδοκιμούν περισσότερα από 112 είδη, εκ των οποίων 68 χαρακτηρίζονται και μελισσοτροφικά. Τα κυριότερα καλλιεργούμενα είδη είναι: ο δίκταμος, ο κρόκος, η μέντα, η ρίγανη, το τσάι του βουνού, ο μαραθόσπορος και το γλυκάνισο. Ο κρόκος καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε καλλιεργούμενη έκταση, παρουσιάζοντας μία σταθερότητα ως προς την έκταση και την παραγωγή, σύμφωνα με στοιχεία των τελευταίων ετών ενώ και η ρίγανη παρουσιάζει αλματώδη αύξηση των αντίστοιχων στοιχείων.

Τα κυριότερα εμπορικά αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά στην Ελλάδα είναι: το τσάι του βουνού, το φασκόμηλο, η ρίγανη, το γλυκάνισο, ο βασιλικός, το μάραθο (μαραθόσπορος), το χαμομήλι, η δάφνη, η μέντα, ο δυόσμος, το κόλιανδρο, το κύμινο, η λεβάντα, το μελισσόχορτο και τέλος τα τυπικά προϊόντα κάποιων περιοχών της Ελλάδας όπως η μαστίχα της Χίου, ο κρόκος της Κοζάνης και ο δίκταμος της Κρήτης.

Τα τελευταία χρόνια σε όλες τις διεθνείς αγορές η ζήτηση για προϊόντα φυσικής προέλευσης είναι αυξανόμενη. Τα αρωματικά φαρμακευτικά φυτά, αλλά και τα πολύ υψηλότερης οικονομικής αξίας δευτερογενή προϊόντα τους -αιθέρια έλαια / εκχυλίσματα έχουν ιδιαίτερα σημαντική θέση σε αυτήν την κατηγορία φυτικών προϊόντων, λόγω των πολλών και διαφορετικών χρήσεων και εφαρμογών τους σε τομείς όπως: βιομηχανία τροφίμων και ποτών, φαρμακοβιομηχανία, αρωματοποιία και αρωματοθεραπεία, βιομηχανία καλλυντικών, σαν αντιοξειδωτικά ή συντηρητικά, σαν καρυκεύματα – αρτύματα κ.ά.

Για τη σωστή ανάπτυξη του κλάδου αυτού, οι δράσεις θα πρέπει να βασίζονται και στη λειτουργία αντίστοιχων μεταποιητικών μονάδων (επεξεργασίας, τυποποίησης, μεταποίησης – παραγωγής αιθέριων ελαίων – εκχυλισμάτων και άλλων υψηλής προστιθέμενης αξίας προϊόντων).

Το άρθρο βασίστηκε σε στοιχεία  που μας έδωσε   η   Δρ Πασχαλίνα Χατζοπούλου Αναπληρώτρια ερευνήτρια ΕΘΙΑΓΕ. ΚΓΕΒΕ – Τμήμα Αρωματικών Φαρμακευτικών Φυτών.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!