Η κλιματική αλλαγή απειλεί τις οικονομίες του ευρωπαϊκού νότου

Η κλιματική αλλαγή αναμφίβολα προκαλεί σοβαρές ανησυχίες σε πολίτες, κυβερνήσεις και θεσμούς, οι οποίοι αναζητούν βιώσιμες λύσεις τόσο για το περιβάλλον όσο και για την οικονομία, που φαίνεται να είναι το παράπλευρο θύμα των συνθηκών που έχουν αλλάξει το τελευταίο χρονικό διάστημα.

Κατ’ επανάληψη η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου ζητώντας από την άμεση εκπόνηση ενός μεσοπρόθεσμου σχεδιασμού που θα μπορέσει να αντιμετωπίσει όπως σημειώνει «το κόστος των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης».

Πρόσφατα ο διοικητής της ΤτΕ Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στους Δελφούς, τόνισε ότι είναι ικανοποιημένος από την αξιοποίηση του Ταμείο Ανάκαμψης, πολιτική που προέκρινε και για προβλήματα πέραν της πανδημίας.

Σημείωσε χαρακτηριστικά ότι «η εμπειρία οδήγησε τον νότο σε σωστή εκμετάλλευση του Ταμείου Ανάκαμψης. Να υπενθυμίσω ότι το ταμείο δημιουργήθηκε λόγω της πανδημίας. Υπάρχει όμως και η κλιματική αλλαγή που είναι ο «ελέφαντας στο δωμάτιο». Αυτό είναι ένα παράδειγμα. Πρέπει να κάνουμε το ίδιο με την πανδημία. Να δημιουργήσουμε ένα ταμείο στο οποίο θα έχουν όλοι πρόσβαση».

«Υπάρχουν προτεραιότητες, θέλουμε όμως περισσότερη Ευρώπη» ανέφερε ο Γιάννης Στουρνάρας και πρόσθεσε: «Θέλουμε ένα δημοσιονομικό όχημα στο κέντρο της Ευρώπης. Ευελπιστώ ότι στο μέλλον οι ηγέτες θα καταστήσουν το Ταμείο Ανάκαμψης κάτι πιο μόνιμο. Το νέο δημοσιονομικό σύμφωνο είναι πιο ευέλικτο και δίνει τη δυνατότητα να δούμε αυτές τις προοπτικές με πιο θετική ματιά».

Στην πρόσφατη έκθεση της ΤτΕ αναφέρει ότι «η πρόσφατη διεθνής εμπειρία των καταστροφικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, και ειδικότερα στην περιοχή του ευρωπαϊκού νότου, κατέδειξε την ανάγκη πρόβλεψης ειδικών κονδυλίων για έργα προσαρμογής και για την παροχή έκτακτης βοήθειας, πέρα από τις απαραίτητες επενδύσεις για έργα μετριασμού των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα».

Στο σημείο που στέκεται ιδιαίτερα η ΤτΕ είναι ότι ο δημόσιος τομέας δεν μπορεί από μόνος τους να αναλάβει όλο το βάρος των αποζημιώσεων και της αποκατάστασης των υποδομών.

Η θέση της ΤτΕ είναι ότι «το αυξημένο κόστος των φυσικών καταστροφών θα πρέπει να καλύπτεται είτε από ευρωπαϊκά κονδύλια είτε από πρόσθετες πηγές εσόδων, ώστε να μη διαταράσσεται η δημοσιονομική σταθερότητα».

Παράλληλα, αναφέρεται ότι «η συνεισφορά του ιδιωτικού τομέα στην αντιμετώπιση των κινδύνων της κλιματικής αλλαγής, μέσω της προώθησης της ιδιωτικής ασφάλισης περιουσιακών στοιχείων, κρίνεται επιβεβλημένη».

Σύμφωνα με την ΤτΕ, «η ένταση και ο πολλαπλασιασμός των ακραίων καιρικών φαινομένων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή και οδήγησαν σε μεγάλες φυσικές καταστροφές ανά την υφήλιο, με απώλειες ανθρώπινων ζωών, καταστροφή υποδομών και βαριές επιπτώσεις σε οικονομικούς κλάδους, στο περιβάλλον και στη βιοποικιλότητα, ενώ επιπλέον επιβάρυναν τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τους ασφαλιστικούς οργανισμούς».

Ένα πρόβλημα που αναδεικνύει η ΤτΕ είναι ότι παρά την έκδηλη αλλαγή του κλίματος, διαφαίνεται κόπωση της κοινής γνώμης με το θέμα – είτε επειδή οι κρατικές πολιτικές δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη τις δυσμενείς αναδιανεμητικές επιδράσεις των μέτρων για την ενεργειακή μετάβαση είτε επειδή έχει αυξηθεί η επιρροή ακραίων πολιτικών δυνάμεων που αρνούνται την κλιματική αλλαγή.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση