Η κλιματική αλλαγή πλήττει περισσότερο τον ευρωπαϊκό Νότο

του Ιωάννη Πανιάρα*

Η Ευρωπαϊκή Ενωση (Ε.Ε.) πρωτοπορεί και πάλι σε παγκόσμιο επίπεδο στην αντιμετώπιση της παγκόσμιας απειλής της κλιματικής αλλαγής. Μέσω του European Green Deal (EGD) επιδιώκει να μειώσει σημαντικά τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ) μέχρι το 2030 και να επιτύχει κλιματική ουδετερότητα μέχρι το 2050. Ομως, πάνω από το 90% των ΑτΘ εκπέμπεται από χώρες εκτός ΕΕ. Ο,τι και να κάνουμε στην Ευρώπη, αν οι υπόλοιπες χώρες δεν ακολουθήσουν, ο επιτακτικός στόχος διατήρησης της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη μας σε 1,5° C δεν θα επιτευχθεί.

Η κλιματική αλλαγή έχει ήδη επιπτώσεις σε παγκόσμια κλίμακα, οι οποίες θα συνεχίσουν για δεκαετίες, ακόμα και αν σταματούσαν σήμερα οι εκπομπές ΑτΘ. Η Ευρώπη θερμαίνεται περισσότερο από τον μέσο όρο του πλανήτη και, εντός Ευρώπης, οι επιπτώσεις βαρύνουν δυσανάλογα τον Νότο. Η έγκαιρη προετοιμασία για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή έχει, συνεπώς, μεγάλη σημασία για τον ευρωπαϊκό Νότο και τη χώρα μας.

Η Ε.Ε. έχει υιοθετήσει ήδη από το 2013 σχετική στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, η οποία επικαιροποιείται με το υπό διαβούλευση σχέδιο της νέας ευρωπαϊκής στρατηγικής προσαρμογής.

Το υπό διαβούλευση σχέδιο αναδεικνύει την κρισιμότητα του θέματος και επισημαίνει την ανάγκη υλοποίησης προγραμμάτων που θα βελτιώσουν τη γνώση ως προς την εκτίμηση κινδύνου και την πραγματική έκθεση σε αναμενόμενες επιπτώσεις, θα ενισχύσουν τον σχεδιασμό για τη διαχείριση του κινδύνου από τις αναμενόμενες επιπτώσεις και θα επιταχύνουν την ανάληψη δράσεων για πρόληψη και αντιμετώπιση των επιπτώσεων αυτών.

Αναδεικνύει επίσης πως οι δράσεις αυτές θα έχουν ουσιώδες κοινωνικοοικονομικό όφελος.

Ανισοβαρής έκθεση στις επιπτώσεις από την κλιματική αλλαγή. Στοιχείο με ιδιαίτερη βαρύτητα για την Ελλάδα και τη γεωγραφική περιοχή αυτής αποτελεί η σημαντική διακύμανση εντός της Ε.Ε. της εκτίμησης τρωτότητας, εκφρασμένη υπό τη μορφή εκτίμησης της έκθεσης στον κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής.

Από την πρόσφατη έκθεση του Joint Research Center, όπου παρουσιάζονται αναλυτικά τέτοια στοιχεία ανά κίνδυνο και περιοχή, ήδη καταγράφονται αυξημένα επίπεδα κινδύνου και αναμενόμενων επιπτώσεων για τις περιοχές της Νότιας Ευρώπης και της Μεσογείου, με σημαντική επιβάρυνση σε πολλά επιμέρους ζητήματα, όπως:

Η συχνότητα εμφάνισης συνθηκών καύσωνα αυξάνεται δραματικά στη Νότια Ευρώπη. Η έκθεση του ανθρώπου σε έντονους καύσωνες εκτιμάται πως μπορεί να αυξηθεί κατά 30 φορές σε υψηλότερα γεωγραφικά πλάτη και 40 έως 50 φορές σε χώρες της Νότιας Ευρώπης (π.χ. Ισπανία και Ελλάδα).

Η διαθεσιμότητα του νερού αναμένεται να μειωθεί στις περιοχές της Νότιας Ευρώπης, ενώ αντιστρόφως οι υδάτινοι πόροι στη Βόρεια Ευρώπη θα αυξηθούν.

Εκ των συνολικών απωλειών ξηρασίας σχεδόν το ήμισυ θα συμβεί στις μεσογειακές χώρες της Ε.Ε., σε σύγκριση με το 40% του παρόντος.

Η αύξηση του κινδύνου πυρκαγιάς είναι ισχυρότερη σε χαμηλότερα γεωγραφικά πλάτη.

Συνολικά, οι απώλειες του επιπέδου ζωής, εκφρασμένες ως επί τοις εκατό (%) του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), για τη Νότια Ευρώπη εκτιμώνται ως οι σημαντικότερες έναντι κάθε άλλης γεωγραφικής περιοχής της Ε.Ε.

Ενδεικτικό της διαφοράς των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής ανά περιοχή είναι η εκτίμηση για την εξέλιξη των βροχοπτώσεων. Στον Νότο αναμένεται μείωση της βροχόπτωσης μέχρι και 15%, ενώ στον Βορρά αύξηση. Δύο άκρως αντίθετες επιπτώσεις, που χρειάζονται αντίστοιχα διαφορετικό χειρισμό.

Είναι λοιπόν αναγκαίο ο σχεδιασμός για τη διαχείριση των κινδύνων να λάβει υπ’ όψιν συνδυαστικά το μέγεθος του κινδύνου και την ουσιαστική τρωτότητα που καταγράφεται για τις διαφορετικές περιοχές (κλιματικά) της Ε.Ε. στον εκάστοτε κίνδυνο.

Στη συνέχεια, σε εθνικό επίπεδο, κάθε κράτος-μέλος χρειάζεται να προβαίνει σε επιμέρους ανάλυση του εκάστοτε κινδύνου, ιεραρχώντας εσωτερικά τις περιοχές που θα πληγούν περισσότερο, ώστε να καθορίσει τον απαραίτητο σχεδιασμό για την προσαρμογή τους στις αναμενόμενες επιπτώσεις.

Με δεδομένη την αυξημένη έκθεση των χωρών του Νότου στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, το Συμβούλιο ΣΕΒ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη θεωρεί σημαντική τη συνεργασία των χωρών της Μεσογείου για κοινή προσέγγιση στην προσαρμογή στις αναμενόμενες επιπτώσεις.

Μια τέτοια σύμπραξη – συνεργασία:

α) Θα συμβάλει στην ανάδειξη εντός της Ε.Ε. του ρίσκου και της αυξημένης τρωτότητας στην οποία εκτίθεται η περιοχή της Μεσογείου, παρά τη μικρή συμμετοχή των χωρών αυτής στις εκπομπές ΑτΘ.

β) Θα τροφοδοτήσει την ανάπτυξη κοινών πρακτικών αξιολόγησης και αντιμετώπισης των κοινών κινδύνων της περιοχής από την κλιματική αλλαγή, καθώς και των απαραίτητων συνεργασιών για την αντιμετώπισή τους.

γ) Θα βοηθήσει στη διεκδίκηση δικαιότερης κατανομής των σχετικών προϋπολογισμών της Ε.Ε., κατ’ αναλογία με την αυξημένη τρωτότητα στην κλιματική αλλαγή και τον συνεπαγόμενο κίνδυνο ανισοβαρούς μείωσης του επιπέδου ζωής των κατοίκων της περιοχής της Μεσογείου.

Μέσω της παραπάνω δομής συνεργασίας μπορούν με μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας να αντιμετωπιστούν ζητήματα, όπως για παράδειγμα τα απαραίτητα έργα υποδομής για την αναπλήρωση του χαμένου υδατικού δυναμικού, οι εναλλακτικές καλλιέργειες που μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες κλιματικές συνθήκες, τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης από έντονα φαινόμενα (πλημμύρες, πυρκαγιές κ.ά.), καθώς και όποιο άλλο ζήτημα κριθεί ως υψηλής προτεραιότητας για την περιοχή.

Οπως έχει επανειλημμένως αναδείξει το Συμβούλιο ΣΕΒ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, η έγκαιρη προετοιμασία για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή είναι κρίσιμη. Η υπό αναθεώρηση ευρωπαϊκή στρατηγική για το θέμα αποτελεί σήμερα την ευκαιρία διαμόρφωσης των απαραίτητων ευρωπαϊκών συνεργασιών και συμμαχιών, αλλά και του χρηματοδοτικού πλαισίου, ώστε παράλληλα με τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου να διασφαλισθεί η προστασία της χώρας μας από τις αναπόφευκτες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

*Ο κ. Ιωάννης Πανιάρας είναι πρόεδρος του Συμβουλίου του ΣΕΒ για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη.

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση