Η Κρήτη «διψάει»

Του Αριστείδη Κουτρούλη*

Ο Ιανουάριος για το νησί της Κρήτης φαίνεται να κλείνει με μια «ανάσα» από βροχοπτώσεις οι οποίες, όμως δεν είναι αρκετές για να αλλάξουν την γενική εικόνα λειψυδρίας. Το τρέχον υδρολογικό έτος 23-24 είναι συναπτό μιας επίσης ξηρής χρονιάς (22-23) η οποία «σώθηκε» από τις όψιμες ανοιξιάτικες βροχές του 2023. Οι πενιχρές αυτές βροχοπτώσεις «ανακουφίζουν» προσωρινά τις καλλιέργειες και τα λοιπά φυσικά συστήματα, αλλά δεν είναι ικανές να τροφοδοτήσουν τα φυσικά και τεχνητά υδατικά συστήματα του νησιού που καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες μας κατά την ξηρή καλοκαιρινή περίοδο.

Η ετήσια βροχόπτωση για ένα κανονικό υδρολογικό έτος (Σεπτ-Αυγ) κυμαίνεται από 1500 μέχρι 600mm από τα δυτικά προς τα ανατολικά του νησιού, αντίστοιχα. Σύμφωνα με το δίκτυο σταθμών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών, η αθροιστική καταγεγραμμένη βροχόπτωση από τον περσινό Σεπτέμβριο δε ξεπερνά τα 900mm στα ορεινά των Χανίων, ενώ παρατηρείται σημαντικά χαμηλότερη στα κεντρικά και ανατολικά. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με τις αυξημένες θερμοκρασίες του φετινού χειμώνα, αλλά και πλήθος άλλων παραγόντων έχει οδηγήσει σε εκτεταμένα προβλήματα. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η αυξημένη τιμή του ελαιόλαδου έχει οδηγήσει τους παραγωγούς σε ορισμένες περιοχές της Κρήτης να ποτίζουν τα δέντρα τους τους το Νοέμβριο και το Δεκέμβριο, πρακτικές που απαγορεύονται σύμφωνα με τη Διεύθυνση Υδάτων της Αποκεντρωμένης Διεύθυνσης Κρήτης.

Το φράγμα του Αποσελέμη, βασική πηγή υδροδότησης της πόλης του Ηρακλείου, βρίσκεται σε πληρότητα της τάξης το 17% σύμφωνα με τον Οργανισμό Ανάπτυξης Κρήτης, αποθέτοντας τις ελπίδες σε ενδεχόμενες μελλοντικές χιονοπτώσεις στο Οροπέδιο Λασιθίου (βασική πηγή τροφοδότησης του φράγματος). Παρόμοια είναι η εικόνα των φραγμάτων του νησιού με μόνη εξαίρεση το φράγματός των Ποταμών στο Ρέθυμνο, το οποίο υπερχείλισε λόγω του ότι τα αποθέματά του αξιοποιούνται προς το παρόν ελάχιστα.

Εικόνα 1: Αθροιστική καταγεγραμμένη βροχόπτωση της περιόδου Σεπτέμβριος 2023 – 25 Ιανουαρίου 2024 από το δίκτυο σταθμών του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών.

Ταυτόχρονα, σύμφωνα με τις προγνώσεις εποχικής κλίμακας του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μεσοπρόθεσμων Προγνώσεων ECMWF για τη βροχόπτωση του τρίμηνου Φεβρουάριος – Απρίλιος 2024 (Εικόνα 2Λ: αριστερά) δεν υπάρχει ξεκάθαρη τάση ενώ για το τρίμηνο Μάρτιος – Μάιος 2024 υπάρχει χαμηλή πιθανότητα εκδήλωσης  ξηρότερων καταστάσεων (λιγότερες βροχοπτώσεις σε σχέση με τον κλιματολογικό μέσο όρο της ίδιας περιόδου) για τμήματα της Ελληνικής επικράτειας. Με λίγα λόγια δεν υπάρχουν ενθαρρυντικά σημάδια για ανατροπή της κατάστασης, πράγμα που θα ήταν ευχής έργον να μην επαληθευθεί.

Εικόνα 2: Προγνώσεις εποχικής κλίμακας του Ευρωπαϊκού Κέντρου Μεσοπρόθεσμων Προγνώσεων ECMWF για τη βροχόπτωση του τρίμηνου Φεβρουάριος – Απρίλιος 2024 (αριστερά) και Μάρτιος – Μάιος 2024 (δεξιά), σε σχέση με την κλιματολογία.

Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που η Κρήτη αντιμετωπίζει μακροχρόνιες καταστάσεις ξηρασίας, όπως για παράδειγμα την παρατεταμένη ξηρή περίοδο του 1990-1993. Είναι όμως σημαντικότερο να αναφερθεί ότι τόσο οι κοινωνικοοικονομικές όσο και οι βιοφυσικές συνθήκες δεν είναι οι ίδιες. Οι απαιτήσεις σε νερό (επέκταση καλλιεργειών, αύξηση τουριστικής χρήσης) έχουν αυξηθεί κατά πολύ, σε βαθμό που η περεταίρω εκμετάλλευση των υπόγειων αποθεμάτων και κατασκευή έργων ταμίευσης να μην είναι σε θέση να ανταπεξέλθει. Η ανθρωπογενής κλιματική αλλαγή είναι ένας σημαντικός παράγοντας. Παρόλο που δεν υπάρχει ξεκάθαρη τάση μείωσης της βροχόπτωσης, έχει παρατηρηθεί συγκέντρωσή της σε μικρότερα χρονικά διαστήματα με αποτέλεσμα τη μείωση της ωφελιμότητάς της. Η αύξηση της θερμοκρασίας έχει ίσως, εμμέσως, μεγαλύτερη επίπτωση στην ασφάλεια των υδατικών αποθεμάτων. Η ανοδική τάση της θερμοκρασίας επηρεάζει κατά κανόνα με μειωμένες χιονοπτώσεις και με ταχύτερη τήξη των χιονοστρωμάτων στους ορεινούς όγκους του νησιού. Η πρόωρη τήξη οδηγεί ταχύτερα σε αυξημένη επιφανειακή απορροή, έναντι της σταδιακής κατείσδυσης του νερού στους πολύτιμους υπόγειους υδροφορείς, που αποτελούν την κύρια πηγή.  Επιπλέον, η κλιματική αλλαγή πέρα από την τη διαθεσιμότητα των υδάτων επηρεάζει και τις αρδευτικές ανάγκες, την κύρια κατανάλωση νερού.

Κοιτάζοντας και παραέξω, το φαινόμενο της παρατεταμένης λειψυδρίας είναι χαρακτηριστικό στο ιδιαίτερο Μεσογειακό περιβάλλον, όπου η αυξημένη εποχική ζήτηση νερού ασκεί πίεση στους υδάτινους πόρους, οι οποίοι συχνά αξιοποιούνται με μη ανανεώσιμο τρόπο απειλώντας την ασφάλεια των υδατικών αποθεμάτων. Η διαχείριση αυτού του κινδύνου είναι εξαιρετικής κρισιμότητας και δύσκολα επιτεύξιμη. Σε μία πρόσφατη, παγκόσμιας εμβέλειας μελέτη εξετάσαμε εμπειρικά δεδομένα από ξηρασίες και διαπιστώσαμε ότι η διαχείριση κινδύνου από μόνη της δεν είναι ικανή να μειώσει τις επιπτώσεις των ακραίων γεγονότων, ειδικά όταν τα ακραία γεγονότα είναι πρωτοφανούς έντασης. Ενδιαφέρον εύρημα ήταν επίσης το γεγονός ότι τα μέτρα πρόληψης μπορεί μερικές φορές να έχουν το αντίθετο από το αναμενόμενο αποτέλεσμα. Εάν για παράδειγμα σε μια αγροτική περιοχή κατασκευαστεί ένα αρδευτικό φράγμα, αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει μία ψευδή αίσθηση ασφάλειας και να ενθαρρύνει την επέκταση των καλλιεργειών. Αυτό καθιστά την περιοχή άμεσα ευάλωτη εάν τα κατά τη διάρκεια μιας μεταγενέστερη πρωτοφανής ξηρασία τα έργα αποτύχουν. Η μελέτη καταλήγει σε τρεις παράγοντες επιτυχίας: (1) αποτελεσματική διακυβέρνηση της διαχείρισης κινδύνου και έκτακτης ανάγκης, (2) υψηλές επενδύσεις σε διαρθρωτικά και μη διαρθρωτικά μέτρα, και (3) βελτιωμένα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και παρακολούθησης σε πραγματικό χρόνο. Η καθολική και προληπτική εφαρμογή αυτών των παραγόντων θα συμβάλει στην εξουδετέρωση της τρέχουσας τάσης αυξανόμενων επιπτώσεων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή.

Σε αυτή την κατεύθυνση, δηλαδή τη διαχείριση του κινδύνου της υδατικής ασφάλειας, εργάστηκε το ερευνητικό έργο STREAM. Παρόλο που η κατασκευή και ενσωμάτωση νέων υποδομών υδάτινων πόρων είναι εξαιρετικής σημασίας για την υδατική ασφάλεια, η ευέλικτη λειτουργία των υφιστάμενων υποδομών, όπως τα φράγματα, είναι ένας από τους πιο οικονομικούς τρόπους για τον μετριασμό της λειψυδρίας σε περιόδους ξηρασίας. Στο ίδιο πλαίσιο, οι κλιματικές προγνώσεις εποχικής κλίμακας με ορίζοντα πρόγνωσης ορισμένων μηνών  μπορούν να είναι επωφελής για την για την ορθή ενημέρωση της λειτουργίας των φραγμάτων.

Αυτό ήταν ουσιαστικά το αντικείμενο του STREAM για τον τελευταίο 1,5 χρόνο που συντονίστηκε από το Πολυτεχνείο Κρήτης σε συνεργασία με το Πολυτεχνείο του Μιλάνου και την πολύτιμη συνεισφορά του Δήμου Φαιστού, των ΤΟΕΒ Α’, Β’ και Γ’ ζωνών Μεσαράς, της Περιφέρειας Κρήτης και της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Κρήτης. Το έργο εστίασε στο φράγμα της Φανερωμένης που αποτελεί μια σημαντική υποδομή για την δυτική Μεσαρά. Οι αποφάσεις διαχείρισης των υδάτων στην περιοχή βασίζονται κυρίως στην εποχική κατάσταση των υδάτινων πόρων, η οποία αποκτά προοδευτικά κρίσιμη σημασία καθώς πλησιάζει το τέλος της ξηρής καλοκαιρινής περιόδου. Επομένως, η εκ των προτέρων γνώση μιας πιθανώς παρατεταμένης ξηρής ή υγρής έναρξης παρέχει την ευκαιρία να βελτιωθεί η διαχείριση του κινδύνου ξηρασίας, ειδικά στο πλαίσιο ενός μεταβαλλόμενου κλίματος.

Στα πλαίσια του έργου αναπτύχθηκαν εστιασμένες κλιματικές προβλέψεις με ορίζοντα πρόγνωσης από 1 έως 6 μήνες σχετικά με την ποσότητα νερού που αναμένεται να εισχωρήσει στο φράγμα. Στη συνέχεια, εξετάσθηκε το όφελος που μπορεί να προκύψει από εναλλακτικά σενάρια διαχείρισης των αποθεμάτων τα οποία βασίστηκαν σε ευέλικτους κανόνες που λαμβάνουν υπόψη την τρέχουσα κατάσταση των αποθεμάτων σε συνδυασμό με την πληροφορία της πρόγνωσης. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης της διαθεσιμότητας του νερού στο φράγμα  από την εφαρμογή ευέλικτων κανόνων, στα πλαίσια της λελογισμένης διαχείρισης, ιδιαίτερα όταν αυτοί συνδυαστούν με επιτυχή πρόγνωση του φθινοπωρινού κλίματος. Το ερευνητικό έργο STREAM υποστηρίχτηκε από το Foundation of Prince Albert II και τα αποτελέσματα παρουσιάστηκαν στην επιτροπή διαχείρισης του φράγματος. Για επιπλέον πληροφορίες μπορείτε να ανατρέξετε στην ιστοσελίδα www.streamflows.eu.

* Ο Αριστείδης Κουτρούλης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής 
της Σχολής Χημικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος Πολυτεχνείου Κρήτης 

 

 

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση