Λατομεία: Λεφτά αντί για νέο δάσος!

του Θοδωρή Καραουλάνη

Περιβαλλοντικό ισοζύγιο με βάση τα χρήματα που θα εισπράττει, αντί για άμεση περιβαλλοντική αποκατάσταση και αναδάσωση, φαίνεται ότι επιθυμεί το ΥΠΕΝ με βάση το νέο λατομικό νομοσχέδιο που έθεσε σε δημόσια διαβούλευση ο Γιώργος Σταθάκης.

Το νομοσχέδιο προβλέπει, μεταξύ άλλων, την καθιέρωση με ενιαίους κανόνες της υποβολής εγγυητικής επιστολής από όσους μισθώνουν εκτάσεις για εκμετάλλευση λατομείου, προκειμένου να διασφαλίζεται η αποκατάσταση της έκτασης που θα καταστραφεί, εντέλει.

Αυτό που το Υπουργείο τεχνηέντως αποφεύγει να τονίσει, στην αναλυτική ενημέρωση που απέστειλε με την ανακοίνωση της δημόσιας διαβούλευσης, είναι ότι μαζί με τις διατάξεις της λατομικής νομοθεσίας αλλάζει και συγκεκριμένες διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Και μία από αυτές τις διατάξεις ακυρώνει το βασικό πλεονέκτημα του υφιστάμενου πλαισίου για κάθε είδους έργα σε δάσος ή δασικές εκτάσεις:

  • την υποχρέωση που επέβαλε η Πολιτεία το 2014, σε κάθε επενδυτή ή ενδιαφερόμενο για έργο, να αναδασώνει ή να δασώνει, με δικά του έξοδα και ως προϋπόθεση για την υλοποίηση της επένδυσης, μέσα σε τρία χρόνια, εκτάσεις ίσου εμβαδού με αυτά που εγκρίνεται να χρησιμοποιεί, με υπόδειξη της δασικής υπηρεσίας.

Δηλαδή με λίγα λόγια, το ΥΠΕΝ ακυρώνει, προς όφελος των λατομικών επιχειρήσεων, την πρόβλεψη για δημιουργία νέου δάσους εκεί που καταστρέφεται δάσος ή έστω δασική έκταση (δηλαδή έκταση με λίγα δένδρα).

Διατηρώντας την πρόβλεψη για τις άλλες δραστηριότητες, η ηγεσία του ΥΠΕΝ προφανώς παραδέχεται τη χρησιμότητα της διάταξης – αλλιώς θα την άλλαζε ολόκληρη – για κάθε δραστηριότητα και όχι μόνο για τις λατομικές επιχειρήσεις… Επομένως, ο χαρακτηρισμός που ήδη ακούγεται σε κύκλους της αγοράς για «ρουσφέτι στα λατομεία», μάλλον είναι δικαιολογημένος…

Θυμίζουμε ότι ο νόμος 4280 του 2014, που τότε κατηγορήθηκε από πολλούς ως «δασοκτόνος», φαίνεται ότι τελικά περιείχε σημαντικές διατάξεις για την προστασία και ανάπτυξη του δάσους. Τότε προβλέφθηκε για πρώτη φορά, για κάθε μία έγκριση επέμβασης που δίνεται από τη δασική υπηρεσία, να αυξάνεται το δάσος στη χώρα. Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι η πρόβλεψη αυτή ήταν ιδέα και επιμονή του Σταύρου Καλαφάτη, ως Αναπληρωτή ΥΠΕΝ, αλλά υλοποιήθηκε από τον Νίκο Ταγαρά που τον διαδέχθηκε και αποτέλεσε βασικό σημείο των επιχειρημάτων της τότε κυβέρνησης για την αλλαγή της δασικής νομοθεσίας. Προβλέφθηκε λοιπόν για πρώτη φορά στην ελληνική νομοθεσία, ότι ο φορέας υλοποίησης επέμβασης (κάθε επένδυσης ή έργου δηλαδή) υποχρεούται να δασώσει ή να αναδασώσει τουλάχιστον ίση έκταση με αυτήν της επέμβασης, ανεξαρτήτως αν η προς επέμβαση έκταση είναι δασική ή δάσος. Με το νόμο 4280 ο φορέας (μια εταιρεία, ένας ιδιώτης κλπ) , για πρώτη φορά, οφείλει να παραδώσει στο δημόσιο έτοιμο δάσος τριών ετών και όχι να οργανώσει απλώς μία αναδάσωση. Επομένως, σε συνδυασμό με τις άλλες προβλέψεις της λατομικής και δασικής νομοθεσίας για αποκατάσταση των εκτάσεων των λατομείων μετά τη λειτουργία τους, το ισοζύγιο «νέο δάσος – παλαιά δασική έκταση ή δάσος» οδηγούσε σε αύξηση του δάσους.

Τι αλλαγή κάνει λοιπόν ο Γιώργος Σταθάκης (επεμβαίνοντας σε ένα θέμα που είναι αρμοδιότητα του Σωκράτη Φάμελλου, τα δάση δηλαδή…) και τι ακριβώς προβλέπει το σχέδιο νόμου που τίθεται σε διαβούλευση;

Προσθέτει στο βασικό νόμο δασικό νόμο, τον 998 του 1979, που είναι εκτελεστικός του Συντάγματος και επομένως αυξημένης τυπικής ισχύος, νέα διάταξη (η οποία «εισχωρεί» στις «λοιπές διατάξεις» του νομοσχεδίου) που αναφέρει ότι: «Εκμεταλλευτές λατομείων, μαρμάρων βιομηχανικών ορυκτών ή αδρανών υλικών, οι οποίοι έχουν καταβάλει εγγυητική επιστολή για την αποκατάσταση της έκτασής τους, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, όπως ισχύει, απαλλάσσονται της υποχρέωσης αναδάσωσης ή δάσωσης έκτασης ίδιου εμβαδού με εκείνης στην οποία εγκρίθηκε η επέμβαση και υποχρεούνται στην καταβολή ανταλλάγματος χρήσης, ίσου με το 100% της καθοριζόμενης, κατά το άρθρο 6 του ν. 998/1979 (Α’289), όπως ισχύει, αξίας της έκτασής τους. Αποφάσεις αναδάσωσης ή δάσωσης έκτασης ίδιου εμβαδού που έχουν ήδη εκδοθεί και αφορούν εκμεταλλευτές λατομείων που εμπίπτουν στο προηγούμενο εδάφιο ανακαλούνται μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου, εφόσον έχει καταβληθεί ως αντάλλαγμα χρήσης το 100% της καθοριζόμενης, κατά το άρθρο 6 του ν. 998/1979 (Α’ 289), όπως ισχύει, αξίας της έκτασης επέμβασης».

Από την ανάγνωση και μόνο της διάταξης προκύπτει η απαλλαγή που δίνει στις λατομικές επιχειρήσεις αλλά και η μεταφορά του έργου της αναδάσωσης, από ένα δεσμευτικό χρονικό πλαίσιο με έξοδα του ιδιώτη, στα γρανάζια της γραφειοκρατίας της κρατικής μηχανής. Και άντε μετά να δεις που και πότε χρησιμοποιήθηκαν τα χρήματα για αναδάσωση…

Το σχετικό άτυπο ενημερωτικό σημείωμα του ΥΠΕΝ σχεδόν αποκρύπτει το ζήτημα καθώς αναφέρει πολλές καινοτομίες του νομοσχεδίου, αλλά το ζήτημα αυτό το αναφέρει τόσο συγκεκαλυμμένα που ουδείς θα το αντιληφθεί με μια απλή ανάγνωση. Συγκεκριμένα το Υπουργείο υποστηρίζει ότι «η αποκατάσταση του περιβάλλοντος και της πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και η ασφάλεια και ο εποπτικός έλεγχος, τίθενται σε αυστηρότερο πλαίσιο,  με συγκεκριμένες διατάξεις που διατρέχουν ολόκληρο το σχέδιο νόμου. Όπως, για παράδειγμα, η ενιαία αντιμετώπιση εγγυητικών για το περιβάλλον».

Κύκλοι του ΥΠΕΝ εξηγούσαν στην Greenagenda ότι η διάταξη αυτή δημιουργούσε όρους αθέμιτου ανταγωνισμού μεταξύ λατομείων που βρίσκονταν εντός δασικών εκτάσεων με αυτά που βρίσκονταν σε άλλου είδους περιοχές, «καθαρές» από πλευράς δασικής νομοθεσίας. Και για λόγους ισονομίας και ενιαίας αντιμετώπισης επιλέχθηκε η λύση της υποχρέωσης εγγυητικής επιστολής για όλους, χωρίς ειδική πρόβλεψη για αναδάσωση ή δάσωση, απλά με μεταφορά των πόρων σε δασικά έργα όταν οι εκτάσεις προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία. Σε ερώτηση της Greenagenda αν το ίδιο ακριβώς επιχείρημα υφίσταται ή όχι σε άλλες περιπτώσεις, για παράδειγμα σε τουριστικές εγκαταστάσεις, και αν η κυβέρνηση σκοπεύει να αλλάξει το σύνολο των σχετικών προβλέψεων για δημιουργία νέου δάσους, οι παράγοντες του ΥΠΕΝ δεν θέλησαν να σχολιάσουν και σημείωσαν ότι όλα τα θέματα θα αντιμετωπιστούν κατά τη διαδικασία της διαβούλευσης και της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, τονίζοντας ότι κατά την άποψή τους άλλα είναι τα βασικά σημεία του νομοσχέδιου (τα οποία παρουσιάσαμε ήδη αναλυτικά σε άλλο ρεπορτάζ).

Τι είναι λοιπόν αυτή η ενιαία αντιμετώπιση που επικαλείται το ΥΠΕΝ και πίσω από την οποία «κρύβεται» η κατάργηση της πρόβλεψης για νέο δάσος;

Το Άρθρο 13 του νομοσχεδίου (που ελπίζουμε να μην αποδειχθεί γρουσούζικο για τα ελληνικά δάση), έχει τίτλο «Προστασία και Αποκατάσταση περιβάλλοντος λατομείων» και επιβάλλει υποχρέωση αποκατάστασης των λατομικών χώρων, όπως αναλυτικά κάτι τέτοιο υποτίθεται ότι θα προβλέπεται στην μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων και τους περιβαλλοντικούς όρους κάθε έργου. Μάλιστα η αποκατάσταση αυτή προβλέπεται ότι πραγματοποιείται σταδιακά εντός του χρόνου ισχύος της  νόμιμης λειτουργίας. Για να γίνει αυτό εφικτό, απαιτείται η κατάθεση εγγυητικής επιστολής αορίστου χρονικής ισχύος από τον ενδιαφερόμενο. Το ποσό αυτής της εγγυητικής επιστολής καθορίζεται με βάση το ποσό που αναφέρεται ως δαπάνη αποκατάστασης περιβάλλοντος στη σχετική ΜΠΕ και ΑΕΠΟ. Μάλιστα προβλέπεται ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης του εκμεταλλευτή ενός λατομείου στις υποχρεώσεις για τις οποίες εκδόθηκε η εγγυητική επιστολή, ανεξάρτητα από τις άλλες προβλεπόμενες κυρώσεις, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει υπέρ  ειδικού λογαριασμού που δημιουργείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας υπό τη διαχείριση του Πράσινου Ταμείου. Ο λογαριασμός αυτός θα είναι πλήρως ανταποδοτικός και θα αφορά αποκλειστικά σε έργα αποκατάστασης λατομείων. Στην περίπτωση που η εκμετάλλευση πραγματοποιήθηκε σε εκτάσεις που προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία, το ποσό αποδίδεται στις δασικές υπηρεσίες, για την αποκατάσταση του δασογενούς περιβάλλοντος. Και επιπλέον αναφέρεται ότι εφαρμόζονται οι διατάξεις ελέγχου της περιβαλλοντικής νομοθεσίας κλπ.

Με όλα αυτά φαίνεται το ΥΠΕΝ θέλει να συμπεριφέρεται περισσότερο ως Υπουργείο Ενέργειας και Ορυκτών Πόρων και λιγότερο ως Υπουργείο Περιβάλλοντος. Άλλωστε αυτή η πρόβλεψη, που αποκαλύπτει η Greenagenda, υποσκάπτει την προσπάθεια της χώρας για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και επίτευξη των αναγκαίων σε ευρωπαϊκό επίπεδο στόχων, καθώς η έκταση των δασών (και η συνακόλουθη απορρόφηση διοξειδίου του άνθρακα και παραγωγή οξυγόνου) συνυπολογίζεται για τους δείκτες της χώρας. Αλλά το ζήτημα του «χειρισμού» αυτών των δεικτών τόσο από την Ελλάδα όσο και από άλλες κοινοτικές χώρες είναι θέμα άλλου ρεπορτάζ…

Αν σας άρεσε το άρθρο, Μοιραστείτε το!

Αφήστε μια απάντηση